Η στιγμή είχε φτάσει. Δυο σπιθαμές πιο πέρα ένα ζευγάρι χέρια ίδρωναν στην αναμονή. Τον καλούσαν κοντά τους, έτοιμα να τον αγκαλιάσουν. Ο Ντέιβ τα κοίταξε διστακτικά. Ήξερε ότι τους χώριζε ένα βήμα. Αλλά δεν ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να τα αγγίξει. Δεν τον τρόμαζε η πτώση, αλλά η επανάληψη. Στα οκτώ του χρόνια έπρεπε να ξεκινήσει πάλι από την αρχή: να μάθει να περπατά.




