Γιαννης Παπαδοπουλος

Το τελευταίο καταφύγιο

In Ρεπορτάζ on Φεβρουαρίου 16, 2010 at 12:02 πμ

Στα βάθη ενός δάσους οι άστεγοι του Νιού Τζέρσι δημιούργησαν τη δική τους κοινωνία.

Περιπλανιόντουσαν για χρόνια χωρίς προορισμό. Με τις αναμνήσεις τους φορτωμένες σε καρότσια. Μέχρι που αποφάσισαν να ιδρύσουν τη δική τους κοινωνία. Στα βάθη ενός δάσους, μια ώρα μακριά από το Μανχάταν, οι ναυαγοί των δρόμων έστησαν μια παραγκούπολη. Μια ουτοπική κοινότητα αστέγων με υποδομές, κανόνες και… πολίτευμα. Αυτό είναι για μερικούς το τελευταίο καταφύγιο.


Η βροχή ραπίζει τη σκηνή του. Μικρές ρανίδες σαν ανεπιθύμητοι επισκέπτες ξεγλιστρούν από τρύπες στην πλαστική του στέγη και ποτίζουν την ιδρωμένη γη. Ο Τζειμς Ριβς βυθίζεται στην τιρκουάζ πολυθρόνα και ακούει το βρυχηθμό της φύσης με μάτια μισάνοιχτα, σχεδόν υπνωτισμένα. Ούτε η μανία του ανέμου τον ξυπνάει από τον γλυκό του λήθαργο. Η σκηνή σπαρταράει σε κάθε φύσημα και ο Ριβς το μόνο που κάνει είναι να απλώνει το δεξί του χέρι στο πλαστικό δοκάρι που στηρίζει το σπιτικό του. Τα μάτια του ασάλευτα, έχουν φυλακιστεί στο τζάμι της σόμπας εκεί όπου η φωτιά ζώνει με την πύρινη αγκαλιά της ένα κομμάτι ξύλου. Πάνω στο σκονισμένο τραπέζι κάθεται ένα λαδωμένο κουτί πίτσα. Τα κομμάτια που έχουν απομείνει -δωρεά από έναν εστιάτορα της περιοχής- μοιάζουν με σόλες παπουτσιών. Κασέρι και παγωμένα υλικά έγιναν ένα συμπαγές μείγμα πάνω στην ξερή ζύμη.

«Ο Θεός με έκανε να ξυπνήσω. Ευτυχώς που βρήκα αυτό το μέρος», μου λέει ο Ριβς. Το βλέμμα του πάντα στη σόμπα, λες και το θολό της τζάμι είναι η τηλεόρασή του. «Είναι ωραία εδώ. Έχουμε σόμπες που μας κρατούν ζεστούς». Δίπλα στον Ριβς, σε ένα ράντζο, δύο φαγωμένες μπότες ξεπροβάλλουν κάτω από τα σκεπάσματα. «Υπάρχει κανείς άλλος εδώ;» ρωτάω τον Ριβς. «Δεν ξέρω…» μου λέει παραδομένος στη νιρβάνα του.

Έχουν περάσει τρεις βδομάδες που ο Ριβς επέστρεψε εδώ, στο Cedar Bridge (Κέδρινη Γέφυρα). Μια παραγκούπολη αστέγων δίπλα στην πόλη Λέικγουντ του Νιού Τζέρσι, μόλις μία ώρα δρόμο μακριά από τις ατσάλινες χαράδρες του καπιταλισμού στο Μανχάταν. Ο Ριβς πέρασε λίγους μήνες στο Jersey Shore, σε ένα προσωρινό πρόγραμμα στέγασης σε ξενοδοχεία. Αποφάσισε όμως να γυρίσει στο δάσος, σε αυτή την ουτοπική κοινότητα αστέγων για να μείνει μακριά από τα ναρκωτικά και τους καβγάδες.

Εδώ και τρία χρόνια, με τη βοήθεια και την καθοδήγηση του ιερέα Στιβ Μπρίγχαμ, οι άστεγοι της επαρχίας Ocean County έχουν ξεκινήσει το δικό τους κοινωνικό πείραμα. Έχουν φτιάξει μια μικρή πολιτεία με υποδομές, κανόνες και αρχηγούς. Στήνουν μαζί καλύβες και σκηνές, γευματίζουν και προσεύχονται παρέα και τις νύχτες μοιράζονται ιστορίες γύρω από τη φωτιά. Για ορισμένους αυτό είναι απλά ένα πέρασμα. Μια μικρή στάση ζωής. Για άλλους όμως -ακόμα κι αν δεν το παραδέχονται εύκολα- αυτό μοιάζει να είναι το τελευταίο καταφύγιο.


Συντροφιά με τους άστεγους

Όλα ξεκίνησαν την άνοιξη του 2007, όταν ο Ρίτσι ζήτησε από τον ιερέα Μπρίγχαμ να του βρει σπίτι. Ο Ρίτσι κοιμόταν για χρόνια δίπλα στα σκουπίδια ενός κινέζικου εστιατορίου, συντροφιά με συμμορίες ποντικών. Ο Μπρίγχαμ αγόρασε μια τέντα και την έστησε σε ένα ξέφωτο στο δάσος δίπλα στη λεωφόρο Cedar Bridge. Μετά τον Ρίτσι ακολούθησαν και άλλοι άστεγοι. Κουβάλησαν εδώ τα καρότσια τους, τα ποδήλατά τους, ακόμα και τα ξεψυχησμένα τους αμάξια τα οποία κάποιοι τα χρησιμοποιούσαν για σπίτι. Γρήγορα μαζεύτηκαν 30 άτομα. Ο Μπρίγχαμ τους βοήθησε να φτιάξουν καλύβες και σκηνές. Έφερε εδώ και δύο παρατημένα τροχόσπιτα -στο ένα η κουζίνα λειτουργεί ακόμα με φιάλες προπανίου. Και αφού τακτοποίησε τους θαμώνες του δάσους, πριν από ένα χρόνο ο Μπρίγχαμ μετακόμισε εδώ, δίπλα τους.

«Δε θα ένιωθα άνετα αν έμενα σε ένα διαμέρισμα και τους βοηθούσα από εκεί», λέει ο Μπρίγχαμ. «Επέλεξα να είμαι και εγώ άστεγος. Το επέβαλε η συνείδησή μου». Φοράει τζιν παντελόνι και ένα κοτλέ κυπαρισσί σακάκι που έχει κολλήσει στους ώμους του από τη βροχή. Σχεδόν δυό μέτρα ψηλός ξεχωρίζει απ’ όλους μέσα στον καταυλισμό. Έχει σκληρά ζυγωματικά και ευγενικά μάτια. Τα χέρια του είναι ξερά και γεμάτα κάλους, σαν κι αυτά ενός εργάτη. Για 17 χρόνια ο Μπρίγχαμ δούλευε ως ηλεκτρολόγος για μια εταιρεία που επισκεύαζε γέφυρες και δημόσια κτίρια. Κάποτε ήταν παντρεμένος, με παιδιά. Χώρισε όμως με τη γυναίκα του και το 1999 παράτησε και τη δουλειά του. Αποφάσισε να γίνει ιερέας και να αφιερώσει τη ζωή του στους άστεγους του Λέικγουντ.

«Χωρίς αυτή την κοινότητα οι άστεγοι θα ήταν καταδικασμένοι. Θα έπρεπε να κλέψουν για να τραφούν. Εγώ είμαι έτοιμος να τους δεχτώ και να τους βοηθήσω. Το ‘85 το ενοίκιο για ένα διαμέρισμα με μια κρεβατοκάμαρα ήταν 350 δολάρια. Τώρα έφτασε τα 1.100 δολάρια. Όσο η οικονομία χειροτερεύει περιμένω περισσότερο κόσμο», λέει ο Μπρίγχαμ. Συνολικά 1.000 άστεγοι ζουν στην περιοχή Ocean County και γι’ αυτούς υπάρχουν μόνο τέσσερα κρεβάτια στο κέντρο αστέγων του Λέικγουντ. Η δασική έκταση στην οποία έστησε ο Μπρίγχαμ την κοινότητά του ανήκει στη δημοτική αρχή. Για την ώρα όμως κανείς δεν προτίθεται να διώξει τους άστεγους από εκεί.

Στα τέλη του 19ου αιώνα το Λέικγουντ ήταν τουριστικό θέρετρο για τους κατοίκους της Νέας Υόρκης. Μια ακμάζουσα περιοχή με πολλά ξενοδοχεία και διάσημους κατοίκους όπως την οικογένεια Ροκεφέλερ και τον Τζέι Γκουλντ, τον ισχυρό άνδρα του σιδηρόδρομου. Με την ανάπτυξη της αυτοκινητοβιομηχανίας οι τουρίστες αναζήτησαν άλλους προορισμούς και το Λέικγουντ έχασε τα δολάριά τους. Το 1940 άρχισε να μεταβάλλεται η πολιτισμική σύνθεση της περιοχής. Σήμερα το μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού καλύπτεται από Ορθόδοξους Εβραίους, ενώ σημαντική είναι και η παρουσία της μεξικάνικης κοινότητας.

Η πολυπολιτισμικότητα και η γκετοποίηση έχει εισβάλει όμως και στην ουτοπική πολιτεία του Μπρίγχαμ. Οι Μεξικανοί άστεγοι μένουν στη δυτική πλευρά, απομονωμένοι από τους υπόλοιπους ενοίκους των σκηνών εξαιτίας του γλωσσικού τους χάσματος. Προέρχονται από την Πουέμπλα του Μεξικού. Έχουν αφήσει πίσω τους γυναίκες και παιδιά και ήρθαν στην Αμερική παράνομα για σκόρπια μεροκάματα. Κάθε πρωί μαζεύονται στη λεωφόρο Κλίφτον και περιμένουν να τους μαζέψει κάποιο τζιπάκι για δουλειά. Τα απογεύματα μαθαίνουν αγγλικά σε ένα δωρεάν σεμινάριο που διοργανώνει μια σχολή στην πόλη. Με υποδέχονται στη σκηνή τους με χαμόγελο. Ο Μπρίγχαμ τους ζητάει να κατεβάσουν τις φωτογραφίες γυμνών γυναικών που έχουν καρφιτσώσει στους ξύλινους πασσάλους. «Respect Steve», («Σεβασμός στον Στιβ») του απαντούν αυτοί με τα σπασμένα αγγλικά τους. Λίγο πριν φύγουμε για να συνεχίσουμε την ξενάγηση στην παραγκούπολη οι Μεξικανοί ζητούν από τον Μπρίγχαμ πίτες, πιπεριές και καυτερή σάλτσα για να μαγειρέψουν το βραδινό τους.

«Η φιλοσοφία μας εδώ είναι ότι είμαστε μια κοινότητα. Ζούμε όλοι μαζί. Και προσπαθούμε να επιβιώσουμε», μου λέει ο Μπρίγχαμ. Η νέα πολιτεία του έχει κοινόχρηστους χώρους. Η τουαλέτα βρίσκεται μέσα σε μια σκηνή. Έχουν σκάψει ένα λάκκο τεσσάρων μέτρων στο έδαφος, τόσο όσο χρειάζεται για να μην βρουν στα νερά που κρύβονται από κάτω. Πάνω από τον λάκκο έχουν στερεώσει σε ένα ξύλινο βάθρο μια λεκάνη. Γύρω της κάτουρα και λάσπες και ένα ρολό χαρτί που μουλιάζει στην υγρασία. Κάθε έξι μήνες ο λάκκος γεμίζει με ακαθαρσίες και η τουαλέτα πρέπει να μετακινηθεί σε άλλο μέρος. Στη διπλανή σκηνή βρίσκεται το μπάνιο. Εκεί ο Μπρίγχαμ έχει τοποθετήσει μια χειροκίνητη αντλία που φτάνει σε βάθος έξι μέτρων. Το νερό που αναβλύζει από τη γη συλλέγεται σε ένα πλαστικό βαρέλι 200 λίτρων. Από εκεί με ένα λάστιχο περνάει σε έναν θερμοσίφωνα που λειτουργεί με προπάνιο και αφού ζεσταθεί καταλήγει σε μια ντουζιέρα.

Από τη μοναρχία στη δημοκρατία

Στα τρία χρόνια ζωής της η παραγκούπολη έχει πειραματιστεί με διαφορετικές μορφές αντιπροσώπευσης. Από μια μορφή ψευδομοναρχίας έχει οδηγηθεί σε ένα είδος αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ενώ σιγοκαίει μια επαναστατική φλόγα που μπορεί να οδηγήσει στην αναρχία. Οι πρώτοι αρχηγοί του οικισμού ήταν ένα ζευγάρι που αποκαλούταν Φράνκι και Ντράγκον. Η Φράνκι μάλιστα ήθελε να τη φωνάζουν «Βασίλισσα». Συχνά έβαζαν χέρι στις δωρεές και τις μοίραζαν όπου ήθελαν, ώσπου έφυγαν από την κοινότητα το 2008. Σήμερα ο Μπρίγχαμ προσπαθεί με δυσκολία να κρατήσει τα ηνία του οικισμού. Η Τρέισι και ο Μάικ είναι οι δύο αντιπρόσωποι των αστέγων. Μαζί με τον ιερέα γνωρίζουν τον συνδυασμό για την κλειδαριά της κοινής αποθήκης όπου φυλάσσουν προμήθειες και χαρτιά τουαλέτας.

Οι διαφωνίες δεν λείπουν από τον οικισμό. Τα πρώτα χρόνια κάθε σκηνή βασίζοταν σε φιάλες προπανίου για να περάσει το χειμώνα. Αλλά πέρσι ο Μπρίγχαμ ξόδεψε 2.000 δολάρια για προπάνιο. Και με τις δωρεές να μην ξεπερνούν τα 50.000 δολάρια το χρόνο πίστευε ότι ήταν αδύνατο να καλυφθούν όλα τα έξοδα. Η πολιτεία έπρεπε να αναζητήσει εναλλακτικές μορφές ενέργειας. Ο Μπρίγχαμ άρχισε να κατασκευάζει ινδιάνικες σκηνές με ξύλο και πλαστικό. Στη μέση τους έβαζε μια ξυλόσομπα. Ο Μάικ όμως αντέδρασε στο σχέδιο. Βρήκε στην πόλη έναν προμηθευτή προπανίου που του δώρισε νέες φιάλες. Ο Μπρίγχαμ θεώρησε την κίνηση του Μάικ ανταρσία. Του απαγόρευσε να τις χρησιμοποιήσει. Κάλεσε την αστυνομία. Και τελικά η διαφωνία έληξε όταν οι δύο άντρες κλείδωσαν τις φιάλες ο καθένας με το δικό του λουκέτο. Για την ώρα, οι ξυλόσομπες κρατούν ζεστό τον οικισμό.

Η παραγκούπολη δεν έχει αυστηρούς κανόνες. Απαγορεύονται τα ναρκωτικά και το μεθύσι. Αλλά από ‘κει και πέρα ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Δεν είναι άλλωστε εύκολο να βάλεις σε καλούπια ανθρώπους που έχουν μάθει να ζουν μόνοι τους, έξω από τους ρυθμούς και τα πρέπει μιας κοινωνίας. Παρίες που πρέπει πρώτα να συμβιβαστούν με τον εαυτό τους και τους εφιάλτες τους. Ο Κέβιν είχε δουλειά σε μια κατασκευαστική εταιρεία, σπίτι και οικογένεια. Ένα τροχαίο όμως τον βύθισε σε κώμα για δύο μήνες. «Με άνοιξαν στη μέση σαν ψάρι για να με χειρουργήσουν. Δεν ήταν σίγουρο ότι θα ζήσω. Όταν ξύπνησα μετά από δύο μήνες τα είχα χάσει όλα. Σπίτι, χρήματα, δουλειά. Οι συγγενείς μου είχαν πάρει την περιουσία μου», λέει.

Ο Μάικ, που το έσκασε από το σπίτι του στα 16, προσπαθεί ακόμα να σταθεί στα πόδια του. Ψάχνει τις αγγελίες στις εφημερίδες, αλλά οι δουλειές σπανίζουν. Προσεύχεται καθημερινά και έχει στην παράγκα του δύο εικόνες της Παναγίας, πλάι σε κόκκους Κολομβιανού καφέ που θα τυλίξει αργότερα σε μια φανέλα και θα χτυπήσει στο έδαφος για να τους θρυμματίσει. Πάνω στο μουσκεμένο κρεβάτι του τα ρούχα από τις δωρέες έχουν γίνει ένα κουβάρι. Και σε μια πολυθρόνα βρίσκεται ένα ξεθωριασμένο «People». Η μόνη επαφή του Μάικ με τον έξω κόσμο περνάει μέσα από την κλειδαρότρυπα του κουτσομπολίστικου περιοδικού. «Μ’ αρέσει εδώ», λέει. «Αλλά, ξέρεις, δεν θέλω να βολευτώ. Δεν θέλω να μείνω εδώ για πάντα. Γιατί αλλιώς δεν θα προχωρήσω ποτέ».

(Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» στις 5 Φεβρουαρίου 2010)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: