Γιαννης Παπαδοπουλος

Ένας τίμιος μπάτσος

In Συνεντεύξεις on Φεβρουαρίου 20, 2010 at 3:23 μμ

Ο Φρανκ Σέρπικο, ο τίμιος μπάτσος της Νέας Υόρκης ζει σήμερα σε μια ξεχασμένη καλύβα, βαθιά στο δάσος. Φωτογραφία: Γιάννης Παπαδόπουλος

Ήταν ο μπάτσος που έσπασε το μπλε τείχος της σιωπής. Εκείνος που αποκάλυψε τη διαφθορά της νεοϋορκέζικης αστυνομίας. Ο κόσμος τον γνώρισε το 1973 από την ερμηνεία του Αλ Πατσίνο στην ταινία «Σέρπικο». Στο πρόσωπό του κουβαλά ακόμη τα θραύσματα μιας σφαίρας στο μέγεθος κόκκων πιπεριού. Τον συναντήσαμε στα δάση της Νέας Υόρκης, όπου ζει σαν ερημίτης και γράφει ένα βιβλίο για την ιστορία του. Ίσως στις σελίδες του ο Φρανκ Σέρπικο βρει την κάθαρση.


Πάνε σχεδόν σαράντα χρόνια από τότε που ο Φρανκ Σέρπικο «μιλησε». Ξεσκέπασε ένα διεφθαρμένο κύκλωμα αστυνομικών στη Νέα Υόρκη. Αποκάλυψε τους χρηματισμούς, τους εκβιασμούς και τα λαδώματα συναδέλφων του. Υποστήριξε την αλήθεια ακόμα κι αν συχνά αισθανόταν ότι έδινε τη μάχη μόνος, με κίνδυνο της ζωής του. Η κατάθεσή του στην επιτροπή Knapp οδήγησε σε εκτεταμμένες εκκαθαρίσεις στο σώμα και μετέτρεψε τον Σέρπικο σε παρία. Για τους συναδέλφους του ήταν ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος: «ένας τίμιος μπάτσος».

Το 1973 ο Αλ Πατσίνο έπαιξε το ρόλο του Σέρπικο στην ομώνυμη ταινία του Σίντνεϋ Λουμέτ. Για την ερμηνεία του κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα. Οι τίτλοι τέλους της ταινίας ανέφεραν ότι ο Σέρπικο ζει κάπου στην Ελβετία. Η περιπλάνηση του όμως στην Ευρώπη τελείωσε λίγα χρόνια αργότερα. Έζησε σα νομάς στο Μεξικό και τον Καναδά, μέχρι που εγκαταστάθηκε το 1980 σε μια καλύβα στα δάση της Νέας Υόρκης, δύο ώρες μακριά από το Μανχάταν. Δεν χρειάστηκε να δουλέψει. Τα δικαιώματα από την ταινία, αλλά και από τη βιογραφία του που έγραψε ο Πήτερ Μάας, εξασφάλισαν στον Σέρπικο μια άνετη ζωή. Ο ίδιος όμως επέλεξε την απομόνωση. Η καλύβα του δεν είναι μεγαλύτερη από ένα δωμάτιο. Ζεσταίνεται με μια ξύλινη σόμπα, δεν έχει τηλεόραση ή ίντερνετ και παίρνει το νερό του από ένα πηγάδι. Σπίτι του Σέρπικο είναι η φύση.

Δεν ήταν εύκολο να τον βρω. Δεν είχα διεύθυνση ή τηλέφωνο. Εδώ και χρόνια κρατά την τοποθεσία της καλύβας του κρυφή. Από ένα ρεπορτάζ της εφημερίδας «The New York Times» ήξερα ότι ζει κοντά στον ποταμό Χάντσον, στην επαρχία Κολούμπια. Και ότι γευματίζει συχνά σε ένα σούπερ μάρκετ με οργανικά τρόφιμα στο χωριό Harlemville, στα βόρεια της πολιτείας της Νέας Υόρκης. Αποφάσισα να πάω εκεί απρόσκλητος και να περιμένω με την ελπίδα ότι θα εμφανιστεί. Η πρώτη επίσκεψη ήταν μάταιη. Τέσσερις άκαρπες ώρες αναμονής. Η δεύτερη φορά όμως ήταν η τυχερή. «Μη μου πεις ότι είσαι εσύ;» με ρώτησε ο Σέρπικο ανασηκώνοντας το αριστερό του φρύδι. Τα λόγια είχαν τρέξει στο χωριό. Ήξερε ότι τον περίμενα εκεί σαν κατάσκοπος. «Δεν με αφήνετε ήσυχο εσείς οι δημοσιογράφοι. Θέλετε ακόμα να με ενοχλείτε», είπε, αλλά συμφώνησε να με συναντήσει στο ίδιο μέρος μια εβδομάδα αργότερα.

Επτά μέρες μετά τα χιόνια που κάλυπταν τα χωράφια έχουν λιώσει αποκαλύπτοντας μια άγονη γη, σα να τράβηξε κάποιος το πέπλο που έκρυβε την ασχήμια της. Και ο Σέρπικο έχει αλλάξει. Το μούσι του πύκνωσε και τα μαλλιά του δεν τα κρύβει πλέον μια τραγιάσκα, αλλά ένας καφετί σκούφος. Θυμίζει κάτι ανάμεσα σε θαλασσοδαρμένο πειρατή και Σέρλοκ Χολμς. Δύο ασημένοι κρίκοι στολίζουν τα αυτιά του και στο αριστερό χέρι φορά για δαχτυλίδι μια νεκροκεφαλή με κόκκινα μάτια. Κουβαλάει ένα γυάλινο μπουκάλι γεμάτο με ένα διάφανο υγρό. Θα μπορούσε να ‘ναι ρούμι, αλλά όπως λέει είναι νερό από το πηγάδι του. Γύρω από το λαιμό του κρέμεται ένας μεγενθυτικός φακός που χρησιμοποιεί για να δει τους αριθμούς στο κινητό του.

Λίγο πιο κάτω από το αριστερό του μάτι το πρόσωπό του είναι ελαφρώς πρησμένο και κόκκινο. Το 1971 σε μια έφοδο για ναρκωτικά μια σφαίρα καρφώθηκε σε αυτό το σημείο. Μέχρι σήμερα ο Σέρπικο κουβαλά τα θραύσματα της σφαίρας. Είναι κωφός στο αριστερό του αυτί και έχει νευρολογικά προβλήματα στο αριστερό του πόδι. Μου ζητά να κάτσω από τα δεξιά του και βάζει την παλάμη του σα χωνί γύρω από το αυτί του για να ακούει καλύτερα.

«Είναι δύσκολο να είσαι άντρας. Αλλά είναι ακόμα πιο δύσκολο να είσαι τίμιος άντρας», λέει. «Δεν μετάνιωσα όμως για ό,τι έκανα. Μη νομίζεις ότι έχασα τίποτα επειδή είπα την αλήθεια. Κατάφερα να διατηρήσω τον αυτοσεβασμό μου και έγινα το όνειρο μου. Έγινα ο αστυνομικός που φανταζόμουν».


Η νύχτα στο Μπρούκλιν

Ο Σέρπικο γεννήθηκε στο Μπρούκλιν από Ιταλούς γονείς. Ως ο μικρότερος γιος φορούσε τα παλιά ρούχα του αδερφού του και η μητέρα του μπάλωνε τις τρύπιες κάλτσες του, δεν αγόραζε καινούριες. «Μεγάλωσα σε μια βίαιη γειτονιά. Γυάλιζα παπούτσια από μικρός και αρκετές φορές με είχαν κλέψει. Γι’ αυτό ο αστυνόμος της γειτονιάς ήταν πρότυπο εξουσίας και δικαιοσύνης για εμένα», είχε δηλώσει ο Σέρπικο το 1971 σε ένα άρθρο στους «New York Times».

Αφού υπηρέτησε στο στρατό και ταξίδεψε σε αρκετές χώρες -ανάμεσά τους και στην Ελλάδα- ο Σέρπικο κατετάγη στην αστυνομία το 1959. Από τις πρώτες του αποστολές άρχισε να βλέπει γύρω του τη διαφθορά. «Είχα έναν αρχηγό που δεν έλεγε “μην πάρεις χρήματα”. Απλά έλεγε: “πρόσεχε μη σε πιάσουν”. Θυμάμαι υπήρχαν κάποιοι αστυνομικοί που σταματούσαν ένα αμάξι όταν παραβίαζε ένα STOP και έλεγαν στον οδηγό: “Τι έχεις να μου δώσεις;” Έπαιρναν ακόμα και σοκολάτες για να μην κόψουν κλήση. Τέτοια κατάντια. Σε μια περιπολία μου σταμάτησα έναν οδηγό που είχε περάσει με κόκκινο και όταν τον πλησίασα μου έδωσε το πορτοφόλι του με 35 δολάρια μέσα. Χάρηκα γιατί θα μπορούσα να τον πάω στο τμήμα για απόπειρα δωροδοκίας. Ο συνάδελφος όμως που βρισκόταν μαζί μου είπε ότι θα το κανονίσει. Μίλησε με τον οδηγό και επέστρεψε με τα χρήματα. Ήθελε και να τα μοιραστούμε…»

Ο Σέρπικο δεν πήρε ποτέ χρήματα. Οι συνάδελφοί του τον πίεζαν, αλλιώς δεν μπορούσαν να τον εμπιστευτούν. Το 1967 αποκάλυψε στο δημαρχείο και στα αρχηγεία της αστυνομίας την έκταση της διαφθοράς. Έδωσε ονόματα, μέρη, ημερομηνίες, αλλά δεν έγινε τίποτα. Επόμενη επιλογή του ήταν να μιλήσει στους «New York Times». Οι συνάδελφοί του τον απομόνωσαν. Δεν θα αργούσε η μέρα που όταν ο Σέρπικο θα είχε την ανάγκη τους αυτοί δεν θα βρίσκονταν εκεί. Ή απλά θα αργούσαν να βοηθήσουν, όπως συνέβη τη νύχτα της 3ης Φεβρουαρίου του 1971 στο Μπρούκλιν, στη λεωφόρο Ντριγκς. «Θα μπαίναμε σε ένα σπίτι όπου γινόταν διακίνηση ηρωίνης. Με το που άνοιξα την πόρτα κάποιος την έσπρωξε από μέσα και μάγκωσε το χέρι μου στον ώμο. Κρατούσα ένα 38άρι. Με πυροβόλησε στο πρόσωπο και τον πυροβόλησα και εγώ. Έπειτα το όπλο του μπλόκαρε», λέει ο Σέρπικο.

Θυμάται έναν ισπανόφωνο άντρα, ένοικο της πολυκατοικίας, να του λέει ότι όλα θα πάνε καλά, ότι είχε καλέσει ασθενοφόρο. Οι συνάδελφοί του που ήταν εκεί δεν ζήτησαν ενισχύσεις. Έπειτα από λίγα λεπτά ο Σέρπικο άκουσε τα κλειδιά ενός αστυνομικού που ανέβαινε τις σκάλες. Ήρθε μόνο ένας για να τον σώσει. Κανονικά όταν τραυματίζοταν αστυνομικός έστελναν τότε στα κεντρικά το σήμα 1013 και ακολουθούσε βουητό από σειρήνες. Αργότερα, στην επίσημη αναφορά, ο Σέρπικο διάβασε ότι το σήμα που είχε φτάσει στα κεντρικά ήταν το 1010, που σημαίνει: «ακούστηκαν πυροβολισμοί, ερευνήστε». Ο ένοικος της πολυκατοικίας δεν είχε πει στο τηλέφωνο ότι ο Σέρπικο ήταν αστυνομικός. Δεν το ήξερε. Εκείνη τη νύχτα ο Σέρπικο και οι συνάδελφοί του είχαν πάει στην αποστολή με πολιτικά.


Η νέα ζωή

Με την περιγραφή αυτής της νύχτας ξεκινά το βιβλίο που ετοιμάζει ο Φρανκ Σέρπικο. Για τίτλο έχει επιλέξει το «Πριν Φύγω». Αν και υγιής, στα 74 του χρόνια σήμερα, φοβάται μήπως δεν προλάβει να πει την ιστορία του όπως αυτός θέλει. Καθημερινά γράφει στο χαρτί τις σκέψεις του και ορισμένες φορές την εβομάδα πληκτρολογεί τα κείμενά του σε υπολογιστές βιβλιοθηκών. Χρησιμοποιεί μόνο τους δύο δείκτες για να χτυπήσει τα πλήκτρα. «Δεν είναι εύκολο να γράψω αυτή την ιστορία», λέει. «Αλλά θέλω να την πω. Θέλω να πω τι συνέβη στη ζωή μου έπειτα. Πώς ταξίδεψα στην Ευρώπη και γνώρισα άλλους αστυνομικούς. Αυτό το βιβλίο θα είναι η κάθαρσή μου».

Ο Σέρπικο λέει ότι τον έχουν παρομοιάσει με τον Οδυσσέα. Ιθάκη του είναι η Αμερική. Γύρισε σ’ αυτήν όταν η γυναίκα που παντρεύτηκε στην Ολλανδία πέθανε από καρκίνο. Συχνά στην κουβέντα μας ο Σέρπικο ταξιδεύει από τη λογοτεχνία στη μουσική και από εκεί στην ποίηση. Δανείζεται φράσεις του Σαίξπηρ και χρησιμοποιεί λέξεις από διάφορες γλώσσες επιδεικνύοντας των γνωστικό του πλούτο σε ισπανικά, γαλλικά και ρώσικα.

Από τις κακόφημες γειτονιές του Μπρούκλιν, όπου κυκλοφορούσε ως μυστικός αστυνομικός ντυμένος σαν εργάτης, απατεώνας, ή ραβίνος, ο Σέρπικο έχει βρεθεί σε ένα μέρος ήρεμο, αποστειρωμένο, σχεδόν βαρετό. Το μαγαζί που γευματίζει βρίσκεται απέναντι από έναν παιδικό σταθμό. Οι περισσότερες γυναίκες κρύβουν τα πόδια τους με μακριές φούστες και όλοι -μικροί και μεγάλοι- απαντούν στα πειράγματά του με χαμόγελο. Στο Harlemville τον φωνάζουν «Πάκο», το παρατσούκλι του με το οποίο ήταν γνωστός και στο Μανχάταν.

Ο Σέρπικο παίζει τη φυσαρμόνικα, χορεύει τανγκό και παίρνει μέρος στις θεατρικές παραστάσεις της κ. Πινκ στο σχολείο της περιοχής. Έχει και μια φίλη, μια 50χρονη γαλλίδα δασκάλα με ξανθά μαλλιά. Τρώει κυρίως λαχανικά και κουβαλάει στο παλτό του ένα μεταλλικό πηρούνι όποτε γευματίζει έξω. Δεν θέλει να χρησιμοποιεί πλαστικά σκεύη. Και το χάρτινο πιάτο όπου είχε την σαλάτα του δεν θα το πετάξει. Θα το πάρει σπίτι του, προσάναμα για τη φωτιά.

Ακόμα και τώρα όμως ο Σέρπικο διατηρεί τη ματιά του ντετέκτιβ. Στην πρώτη μας συνάντηση ανέκρινε τον Μέισον, έναν 8χρονο που κουβαλούσε μια θήκη βιολιού. Αφού τον ρώτησε πόσες ώρες παίζει καθημερινά και αν θέλει μια μέρα να παίξει στο Κάρνεγκι Χολ, γύρισε και μου είπε: «Ποιος ξέρει, μπορεί μέσα σ’ αυτή τη θήκη να κουβαλά κανά πολυβόλο».

Ο Σέρπικο κουβάλα μέχρι σήμερα το σήμα του ντετέκτιβ, που πήρε λίγο πριν φύγει από την αστυνομία με αναπηρική σύνταξη, αλλά και ένα περίστροφο. Συχνά προπονείται στη σκοποβολή. Τον ρωτάω αν υπάρχει κάτι που να τον φοβίζει. Κάτι από το οποίο θέλει να προστατευτεί. «Δεν φοβάμαι τίποτα. Μόνο η απληστία και η διαφθορά με τρομάζουν», λέει.

Ακόμα και σήμερα ο Σέρπικο λαμβάνει e-mails από αστυνομικούς από όλο τον κόσμο. «Μου λένε για τη διαφθορά που υπάρχει στη δουλειά τους. Πρόκειται για μια συνεχή μάχη. Είναι ένας πόλεμος για δικαιοσύνη και ελευθερία. Δεν πρόκειται να σταματήσει», λέει. Για τον Σέρπικο ο αστυνομικός πρέπει να δίνει το παράδειγμα. Να είναι κοντά στον πολίτη και όχι απέναντί του. Να μην θεωρεί ότι η στολή τον κάνει άτρωτο ή ανώτερο. «Και θα πρέπει να είναι ένα άτομο που έχει τα λογικά του. Δεν μπορείς να δώσεις ένα όπλο στον καθένα», λέει. Του θυμίζω την ιστορία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου στην Ελλάδα. Του λέω πώς μια χώρα ξεσηκώθηκε μετά το θάνατο του 16χρονου μαθητή από τη σφαίρα του αστυνομικού. «Καλά έκαναν», μου λέει. «Ο κόσμος πρέπει να αντιδρά. Ο κόσμος πρέπει να διεκδικεί και να πιστεύει στη δύναμή του».

Αυτή η αντίδραση λείπει σύμφωνα με τον Σέρπικο από τη χώρα του σήμερα. Μου μιλάει για τη CIA, για το Ιράκ, για την τρομοκρατία και το Γκουαντάναμο. «Στην αστυνομία μάς έλεγαν να προσέχουμε τους άντρες με τα ωραία ρούχα και τη γλυκιά γλώσσα. Αυτοί είναι συνήθως οι απατεώνες. Ελπίζω και ο Ομπάμα να μην είναι ένας από αυτούς. Ελπίζω να έχει αξιοπρέπεια», λέει. Είναι τόσα πολλά που τον πνίγουν. Τόση αδικία γύρω του. Λέει ότι το αμερικανικό όνειρο είναι ένας μύθος. «Μόνο όποιος έχει χρήμα μπορεί να μιλήσει. Αλλιώς πώς θα ακουστείς αν είσαι φτωχός;».

Αν η ζωή του ακολουθούσε τα πρότυπα του Χόλιγουντ ο Σέρπικο θα ήταν σήμερα ήρωας. Δεν θα ζούσε σε μια ξεχασμένη καλύβα συντροφιά με τις αναμνήσεις του. Αντί για επιβράβευση ο Σέρπικο έλαβε από τους περισσότερους συναδέλφους του μίσος και περιφρόνηση. Το σήμα του ντετέκτιβ που τόσο πολύ ήθελε δεν του το παρέδωσαν στο νοσοκομείο όπως δείχνει η ταινία. Του το έδωσε ένας κλητήρας στα αρχηγεία της αστυνομίας, σα να του πασάρει ένα πακέτο τσιγάρα.

Η ταινία και ο Θεοδωράκης

Για χρόνια ο Σέρπικο δεν είχε βρει τη δύναμη να δει ολόκληρη την ταινία για τη ζωή του. Του ήταν δύσκολο να ξαναζήσει τις στιγμές. «Ο κόσμος νομίζει ότι είμαι ο Αλ Πατσίνο, κάνουν όμως λάθος», λέει. Μια από τις σκηνές που δεν αποδόθηκαν σωστά στο έργο είναι μία από τις πρώτες συλλήψεις που έκανε ο Σέρπικο ως μυστικός αστυνομικός. Στην ταινία ο ληστής είναι μαύρος. Στην πραγματικότητα όμως ο ληστής ήταν λευκός. «Απ’ ότι φαίνεται και το Χόλιγουντ έχει την ατζέντα του. Και να φανταστείς τότε ήταν πιο σπουδαίο να συλλάβεις λευκό. Τους μαύρους τους νόμιζαν για χαζούς. Θεωρούσαν ότι είναι εύκολο να τους πιάσεις. Για να καταλάβεις πόσο στενόμυαλοι και ρατσιστές ήταν», λέει ο Σέρπικο.

Ρωτάω τη γνώμη του για τη μουσική της ταινίας την οποία συνέθεσε ο Μίκης Θεοδωράκης και αρχίζει να μου σιγοτραγουδά: «ταρατατατά-ταρατατατά». «Έχω το CD. Μου το έδωσε κάποιος σαν δώρο», λέει. Την επομένη με παίρνει στο τηλέφωνο και βάζει να ακούσω τη Μαρία Φαραντούρη που τραγουδά το «Δρόμοι Παλιοί» σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχους Μανώλη Αναγνωστάκη: «Ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ/ κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες/ Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας με γνώριζε». «Το ξέρεις…» μου λέει. «Αυτό το τραγούδι μιλάει για μένα. Μιλάει για τον Σέρπικο που περπατά μόνος τη νύχτα».

(Η παραπάνω συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» το Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010 Αυτή είναι η μοναδική φορά που ο Φρανκ Σέρπικο μίλησε σε Έλληνα δημοσιογράφο).


Advertisements
  1. […] στιγμές με ακριβοθώρητες προσωπικότητες όπως ο Φρανκ Σέρπικο και ο Γιουσέιν […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: