Γιαννης Παπαδοπουλος

Τα golden boys πάνε τώρα στον τσαγκάρη

In Ρεπορτάζ on Μαρτίου 7, 2010 at 5:03 πμ

Ο Μηνάς Πολυχρονάκης, ο Έλληνας τσαγκάρης της Wall Street. Φωτογραφία: Γιάννης Παπαδόπουλος

Ουρανοξύστες τραπεζικών κολοσσών το κρύβουν στη σκιά τους. Ορθώνονται γύρω του σαν γίγαντεςμε πήλινα πόδια. Πριν από δύο χρόνια οι χρηματιστές προσπερνούσαν βιαστικά το τσαγκαράδικο στο στενάκι της Γουόλ Στριτ. Η οικονομική κρίση, όμως, έχειαλλάξει τα δεδομένα. Είναι πλέον καιρός και γι΄ αυτούς να φτιάξουν τα παλιά τους παπούτσια.

Χαμηλώνει το βλέμμα του. Τα ροζιασμένα δάχτυλά του χαϊδεύουν το δέρμα του παπουτσιού. Φοράει ένα κόκκινο καρό πουκάμισο και από πάνω μια πράσινη ποδιά, ποτισμένη με τη μυρωδιά του βερνικιού. «Την Παρασκευή θα είναι έτοιμα», λέει στην κοπέλα που τον κοιτάζει από την άλλη πλευρά του πάγκου. Φαίνεται όμως ότι κάτι άλλο την απασχολεί. «Μηνά, ξέρεις, με απέλυσαν…» του λέει. Αφήνει στην άκρη τα παπούτσια και σηκώνει τα μάτια του. «Τώρα είναι που πρέπει να φανείς δυνατή».

Ο Μηνάς Πολυχρονάκης έχει πει πολλές κουβέντες παρηγοριάς σαν κι αυτή. Το μαγαζί του βρίσκεται σε ένα μικρό δρομάκι του Μανχάταν. Εκεί όπου το γοργό βήμα των περαστικών συναγωνίζεται τα τελευταία δύο χρόνια την πτώση των δεικτών του χρηματιστηρίου. Αν και δουλεύει στην καρδιά της οικονομικής κρίσης, ο κ. Πολυχρονάκης βλέπει την επιχείρησή του να ανθεί. Όσο η Γουόλ Στριτ διήνυε χρόνια ανόδου, ο 69χρονος τσαγκάρης δυσκολευόταν να πληρώσει το νοίκι των 9.000 δολαρίων. Τώρα όμως οι πελάτες σχηματίζουν ουρά.

«Η κρίση δουλεύει με το μέρος μου», λέει ο κ. Πολυχρονάκης, καθώς χτυπά ένα τσιγάρο στον ασημένιο του αναπτήρα. «Τώρα μου φέρνει περισσότερος κόσμος τα παπούτσια του. Ζευγάρια που στοιχίζουν 700 δολάρια. Τους κάνω μια “ένεση” 30-50 δολαρίων για να κρατήσουν παραπάνω. Συντηρώ την πολυτέλεια και βοηθάω τους πελάτες να γλιτώσουν χρήματα. Δεν είναι ανάγκη να πάρουν καινούργια».

Από τα χέρια του περνούν Ρrada, Μanolo, Christy, Μary Janes: παπούτσια που στοιχίζουν μέχρι και 1.400 δολάρια. Πελάτες του κ. Πολυχρονάκη είναι δικηγόροι και χρηματιστές της Γουόλ Στριτ. Νέοι που έχουν απολυθεί πρόσφατα ή εκατομμυριούχοι που στέλνουν τα παπούτσια τους με τον σοφέρ τους. Η φήμη της δουλειάς του κ. Πολυχρονάκη έχει απλωθεί σε όλη την Αμερική, αλλά και τον κόσμο. Του στέλνουν γόβες και μπότες με κούριερ από το Σικάγο, το Τέξας, ακόμα και από την Αγγλία. Η επιδιόρθωση και τα έξοδα αποστολής στοιχίζουν λιγότερο από όσο θα έκανε ένα νέο ζευγάρι.

Η 11η Σεπτεμβρίου

Το πρώτο μαγαζί του κ. Πολυχρονάκη βρισκόταν στους Δίδυμους Πύργους. Η 11η Σεπτεμβρίου τον στοιχειώνει μέχρι σήμερα. «Θυμάμαι ότι στην πτώση του πρώτου αεροπλάνου τρεμόπαιξαν τα φώτα. Μετά άρχισε να βρέχει τζάμια. Πανικός. Όλοι έτρεχαν στους δρόμους. Έκλεισα το μαγαζί και τότε έπεσε το δεύτερο αεροπλάνο. Τρελάθηκα».

Το μαγαζί του κ. Πολυχρονάκη χάθηκε. Βρέθηκε χρεωμένος. Είχε ξοδέψει πάνω από 200.000 δολάρια για να το ανακαινίσει. Η αποζημίωση δεν κάλυψε όλο το ποσό. Περίπου 1.200 μικρές επιχειρήσεις ισοπεδώθηκαν το 2001 μαζί με τους Δίδυμους Πύργους. Η μεγαλύτερη απώλεια όμως για τον κ. Πολυχρονάκη ήταν το πόστο. Η εμπορική τοποθεσία. Χρειάστηκε να περάσουν πέντε χρόνια για να «πιάσει» το νέο του μαγαζί στη Γουόλ Στριτ. Σήμερα, σε ένα ράφι δίπλα από την ταμειακή μηχανή, ο κ. Πολυχρονάκης φυλάει σε ένα βάζο στάχτες από τους Δίδυμους Πύργους. «Ένας Θεός ξέρει τι υπάρχει εκεί μέσα. Ό,τι μπορείς να φανταστείς», λέει.


«Είμαι αισιόδοξος»

Παρά τα όσα έχει περάσει, ο κ. Πολυχρονάκης δηλώνει αισιόδοξος για την ανάκαμψη της οικονομίας. Λέει ότι η κρίση είναι ένα μάθημα για τους νέους που θαμπώνονται από την απατηλή λάμψη της Γουόλ Στριτ. «Τώρα θα μάθουν να σέβονται τον κόπο τους. Θα σταματήσουν να χαλούν ανεύθυνα. Θα δουλεύουν σκληρά και θα αποταμιεύουν». Ο κ. Πολυχρονάκης δεν αγαπούσε την τέχνη του όσο ζούσε στην Ελλάδα. Άλλωστε δεν ήταν επιλογή καρδιάς, αλλά ανάγκης. Στην Αμερική όμως, ως αφεντικό, άρχισε να βλέπει αλλιώς το τσαγκαριό. «Δίνω ζωή σε παπούτσια που αγαπάει ο κόσμος και βλέπω την ευχαρίστηση στα μάτια τους. Τώρα ζω το όνειρό μου», λέει.


Από την Κρήτη στο Εθνικό Ωδείο και τη Νέα Υόρκη

O κ. Πολυχρονάκης δεν φανταζόταν ότι θα έφτανε έως εδώ όταν μάθαινε την τέχνη του.

Γεννήθηκε στην Κρήτη, σε μια οικογένεια με εννιά παιδιά. «Ήμουν καλός μαθητής, αλλά στο χωριό μου είχαμε μόνο Δημοτικό. Το Γυμνάσιο ήταν 20 χιλιόμετρα μακριά και δεν γινόταν να πηγαινοέρχομαι. Θα γινόμουν ή ράφτης ή τσαγκάρης.

Δεν είχα άλλη επιλογή», λέει. Αφού δούλεψε για λίγα χρόνια στο Ηράκλειο, μετακόμισε στην Αθήνα. Εκεί προσπάθησε να κάνει την επανάστασή του. Προικισμένος με καλή φωνή, φοίτησε για τρία χρόνια στο Εθνικό Ωδείο. Τραγουδούσε Θεοδωράκη και Χατζιδάκι. Οι οικονομικές δυσκολίες όμως τον ανάγκασαν να τα παρατήσει. Το 1969 η αμερικανική πρεσβεία ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ ζητούσαν άνδρες για τεχνικές δουλειές. Ο κ. Πολυχρονάκης έκανε τα χαρτιά του και εξασφάλισε βίζα εργασίας.

«Έφυγα για την Αμερική χωρίς να ξέρω εγγλέζικα. Με 138 δολάρια στην τσέπη, μια βαλίτσα και μια κιθαρούλα. Μόνος. Άγνωστος», λέει. Με τη βοήθεια Ελλήνων ομογενών βρήκε ένα σπίτι και μια δουλειά σε τσαγκαράδικο. Μέσα σε έναν χρόνο μάζεψε χρήματα και αποφάσισε να ρισκάρει. Άνοιξε το δικό του μαγαζί. Εδώ και τέσσερις δεκαετίες ο κ. Πολυχρονάκης φυλάει σε ένα φαγωμένο κουτί τα εργαλεία που έφερε μαζί του από την Ελλάδα. Τα απλώνει στον πάγκο μπροστά μου, όπως κάνει ένας χειρουργός με τις λαβίδες του.

«Φιλατιέρα, λαμπούγιο, κατσαμπρόκος», λέει τα ονόματά τους. «Τα κουβαλάω σαν φυλαχτά».

(Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» στις 23 Ιανουαρίου 2010)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: