Γιαννης Παπαδοπουλος

Το πάθημα του ’94

In Ρεπορτάζ on Μαΐου 23, 2010 at 4:19 πμ

Ο Αλκέτας Παναγούλιας παρακολουθεί έναν αγώνα του Ολυμπιακού στη Νέα Υόρκη. Οι Έλληνες ομογενείς τον λατρεύουν ακόμη. (Φωτογραφία: Γιάννης Παπαδόπουλος)

Ήταν ένα ταξίδι που ξεκίνησε με ύμνους και τελείωσε με σκυμμένα κεφάλια. Η Εθνική Ομάδα ποδοσφαίρου επέστρεψε από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994 με δέκα γκολ κατά και τρία αποκαρδιωτικά παιχνίδια στις αποσκευές της. Δεν ήταν μόνο θέμα φυσικής κατάστασης, ταλέντου, ή ατυχίας. Η Εθνική είχε ηττηθεί πριν καν πατήσει στο χορτάρι των γηπέδων της Αμερικής. Αναζητήσαμε στη Νέα Υόρκη τους πρωταγωνιστές εκείνης της διοργάνωσης. Τι έφταιξε και το όνειρο έγινε εφιάλτης;

Μεσημέρι Τετάρτης και στη λέσχη του ποδοσφαιρικού συλλόγου Greek American Atlas, στην Αστόρια της Νέας Υόρκης, τα τσιγάρα -παρά τις απαγορεύσεις- συντροφεύουν τον ελληνικό καφέ. Τα πούλια αναπαύονται στο τάβλι και οι τράπουλες έχουν μαζευτεί. Το παιχνίδι του Ολυμπιακού με την Άρσεναλ για το Champions League έχει ήδη αρχίσει όταν ανοίγει η πόρτα με τη φιμέ τζαμαρία. Τα κομπολόγια σωπαίνουν. Οι θαμώνες στρέφουν το βλέμμα τους στον άντρα με το μακρύ παλτό και τα μαύρα γυαλιά aviator. Αδιαφορούν για τον αγώνα και εξετάζουν τον επισκέπτη. Είναι ελαφρώς σκυφτός, με χαλαρά ζυγωματικά και γυαλιστερό μέτωπο. Κοντοστέκεται στην είσοδο. Στα χέρια του κρατά μια δερμάτινη βαλίτσα. Κοιτάζει ολόγυρα σα να προσπαθεί να συνδυάσει κάθε πρόσωπο με ένα όνομα. Χαμογελά, βγάζει τα γυαλιά και αποκαλύπτει το αετίσιο βλέμμα του.

Τα κομπολόγια ξαναβρίσκουν το ρυθμό τους, οι θαμώνες τινάζουν τη στάχτη από τα τσιγάρα τους, κάποιοι σηκώνονται από την καρέκλα τους και αγκαλιάζουν τον επισκέπτη. Περπάτα ανάμεσά τους και δίνει το χέρι του στους πάντες. Κιμπάρης και ευθύς. Ανταποδίδει το σεβασμό με μετρημένα λόγια και φιλικές κουβέντες. Ταξίδευε για ώρες με το τρένο από το σπίτι του στη Βιρτζίνια για να φτάσει εδώ. Στην Ελλάδα οι περισσότεροι τον θυμούνται από τις θητείες του στον πάγκο ελληνικών ομάδων, αλλά και της Εθνικής στο Μουντιάλ του ’94. Εδώ όμως, ο Αλκέτας Παναγούλιας είναι θρύλος από τη δεκαετία του ’60. Τότε οδήγησε σε τρία διαδοχικά πρωταθλήματα τον Greek American Atlas, τον σύλλογο όπου ανδρώθηκε προπονητικά.

Οι περισσότεροι από τους θαμώνες της λέσχης βρίσκονταν πριν από 16 χρόνια ανάμεσα στους ομογενείς που υποδέχονταν την Εθνική Ομάδα στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Αμερικής. Ορισμένοι από αυτούς είχαν πληρώσει για να δουν από κοντά και να αγγίξουν τους Έλληνες παίκτες σε επίσημα δείπνα. Η συμμετοχή των ποδοσφαιριστών σε αυτές τις εκδηλώσεις σε συνδυασμό με τις τρεις ήττες από Αργεντινή, Βουλγαρία και Νιγηρία, προσέδωσε τότε στην Εθνική τον χαρακτηρισμό «περιοδεύων θίασος». Για της εφημερίδες και τους φιλάθλους της εποχής αυτές οι υπερβολές οδήγησαν στην αγωνιστική ταπείνωση.

«Δε θα άλλαζα τίποτα από όσα έκανα το ’94», μου λέει ο Παναγούλιας πάνω από ένα πιάτο με αρακά και πατάτες φούρνου. «Αυτοί οι άνθρωποι, οι Έλληνες μετανάστες, με ξέρουν τόσα χρόνια. Δεν γινόταν να έρθουν οι αετοί, οι γίγαντες της Ελλάδας, οι ποδοσφαιριστές μας, και να τους γυρίσουν την πλάτη… Μετά πώς θα κοιτούσα αυτούς τους ανθρώπους στα μάτια;»

Ακόμα και σήμερα, η κουβέντα στη λέσχη του ελληνοαμερικανικού σωματείου στρέφεται γύρω από εκείνο το Μουντιάλ. Τον Ιούνιο η Εθνική Ελλάδος θα αγωνιστεί για δεύτερη φορά στην ιστορία της σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου, στη Νότια Αφρική. Και εκεί οι παίκτες θα συναντήσουν Έλληνες ομογενείς (περίπου 250.000). Ενώ και πάλι θα αντιμετωπίσουν την Αργεντινή και τη Νιγηρία. Οι συμπτώσεις ζωντανεύουν τις μνήμες του ’94.

ΟΙ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Ο Πραξιτέλης Ξυλάς κρατά ένα αντίγραφο των «New York Times» που έγραφε το 1994 για τον ενθουσιασμό των ομογενών πριν από την έναρξη του Μουντιάλ. (Φωτογραφία: Γιάννης Παπαδόπουλος)

Η παρθενική εμφάνιση της Ελλάδας σε Παγκόσμιο Κύπελλο ήταν άνοστη, άσφαιρη και ταπεινωτική. Τα λάθη όμως που οδήγησαν στα αρνητικά αποτελέσματα έγιναν πολύ πριν ακουστεί το πρώτο σφύριγμα. Τον Απρίλιο, πριν από την αναχώρηση της Εθνικής για την Αμερική δημιουργείται η εταιρεία «Ελλάς ’94» που θα αναλάμβανε τη διοργάνωση εκδηλώσεων για τους ομογενείς. Σύμφωνα με τα συμβόλαια που είχε υπογράψει τότε η ΕΠΟ, η Εθνική έπρεπε να παρευρεθεί σε τρία δείπνα. Όσοι Έλληνες μετανάστες ήθελαν να δουν εκεί τους ποδοσφαιριστές θα πλήρωναν ένα χρηματικό ποσό.

Σε ένα από τα δείπνα ο πρόεδρος της «Ελλάς ΄94», Φίλιπ Κρίστοφερ, έδωσε σε κάθε παίκτη από μια επιταγή 4.000 δολαρίων. Ο Στέλιος Μανωλάς αρνήθηκε να παραλάβει τα χρήματα. Μάζεψε εν αγνοία του προπονητή τους εκπροσώπους του Τύπου και εξέφρασε την αντίθεσή του για αυτές τις εκδηλώσεις. Η ομάδα διχάστηκε.

«Τι να έκανα, να τους έκλεινα στο ξενοδοχείο και να παίζαν χαρτιά και τάβλι όλη μέρα;» λέει ο Παναγούλιας. «Έπρεπε να τους βγάλω έξω. Έχω και μια φωτογραφία με τους παίκτες σε ένα πλοίο στον ποταμό Χάντσον στη Νέα Υόρκη και  είναι όλοι τους γεμάτοι χαμόγελα. Όποτε παίζαμε στο εξωτερικό τούς έκανα μάθημα ιστορίας. Μάζευα τους παίκτες και τους μιλούσα για το παρελθόν κάθε πόλης».

Ο Γιώργος Μελλής, παράγοντας του σωματείου Greek American Atlas, ήταν σκάουτερ της Εθνικής το ’94 στο παιχνίδι της Βουλγαρίας με τη Νιγηρία. Όπως λέει, ο χαρακτηρισμός «περιοδεύων θίασος» ήταν άδικος. «Αν οι παίκτες ήταν έτοιμοι και προπονημένοι, δε θα τους πείραζε μια εκδήλωση και λίγα αυτόγραφα. Κάτι αντίστοιχο έκαναν τότε με τους δικούς τους ομογενείς η Ιταλία και η Βραζιλία». Την ίδια γνώμη μοιράζεται και ο Βασίλης Δημητριάδης, παίκτης τότε της Εθνικής. «Αν δεν είχαμε τα ατυχή αποτελέσματα δε θα μιλούσαμε σήμερα για τις εκδηλώσεις. Δεν επηρεαστήκαμε από αυτές», μου λέει στο τηλέφωνο από την Αθήνα.

Αυτά τα δείπνα τα έζησε από κοντά ο δημοσιογράφος Βαγγέλης Κουκούλογλου, απεσταλμένος τότε των «ΝΕΩΝ» στην Αμερική και συγγραφέας της βιογραφίας του Αλκέτα Παναγούλια «Από τον Λευκό Πύργο στον Λευκό Οίκο». «Έστησαν σε εκείνες τις εκδηλώσεις τους ποδοσφαιριστές σαν αξιοθέατο. Ήταν πρωτόγνωρες καταστάσεις. Αστείες. Δεν ήταν ακόμα μαθημένοι οι παίκτες. Σήμερα βέβαια δε συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Φωτογραφίζονται για ακριβά αυτοκίνητα και εταιρείες κινητής τηλεφωνίας. Τουλάχιστον όμως ξέρουν γιατί το κάνουν και υπάρχει προγραμματισμός».

Η ΚΛΟΠΗ

Τα προβλήματα της Εθνικής συνεχίστηκαν πριν πάρει μέρος στον πρώτο επίσημο αγώνα της στην Αμερική. Μετά από ένα φιλικό παιχνίδι με την Κολομβία στο Νιού Τζέρσεϊ (όπου χάσαμε 2-0), επτά Έλληνες παίκτες κατήγγειλαν ότι έπεσαν θύματα κλοπής. Από τα αποδυτήρια του σταδίου και από τα δωμάτιά τους στο ξενοδοχείο Garden City έλειπαν συνολικά 17.800 δολάρια σε μετρητά, ένα χρυσό ρολόι και… ένα πουκάμισο.

Ο πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής του Παγκοσμίου Κυπέλλου, Άλαν Ρόδενμπεργκ, είχε δηλώσει τότε σε ανακοίνωσή του ότι η κλοπή ήταν δουλειά «εκ των έσω», από κάποιον που είχε σχέση με την ελληνική αποστολή. Ενώ τόνισε ότι η Εθνική όφειλε να ζητήσει συγνώμη επειδή άσκησε κριτική κατά των μέτρων ασφαλείας. Μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί ποιος ή ποιοι διέπραξαν την κλοπή.

Αλλά αυτό δεν ήταν το μόνο περιστατικό που απείλησε τη συγκέντρωση των παικτών. «Το μεγαλύτερο λάθος ήταν η επιλογή του ξενοδοχείου», λέει ο Μελλής που είχε αναλάβει να οργανώσει τη διαμονή της Εθνικής Ομάδας στο Νιού Τζέρσεϊ. Στο ίδιο ξενοδοχείο έμεναν οι ποδοσφαιριστές, οι παράγοντες της ΕΠΟ, αλλά και οι δημοσιογράφοι. Κάθε απόγευμα γέμιζε το λόμπι με ομογενείς που διψούσαν για φωτογραφίες και αυτόγραφα. Ενώ ο Μελλής αγόραζε τσιγάρα για ορισμένους ποδοσφαιριστές και τα παρέδιδε στα δωμάτιά τους -με τους παίκτες του Παναθηναϊκού να είναι οι πιο θεριακλήδες.

Η συνύπαρξη δημοσιογράφων και ποδοσφαιριστών δεν ήταν ανέφελη. Το «σπασμένο τηλέφωνο» ανάμεσα στους παίκτες και συγγενείς τους που βρίσκονταν στην Ελλάδα δυναμίτιζε την ατμόσφαιρα. Πολλά ρεπορτάζ ερμηνεύονταν λανθασμένα και οι ποδοσφαιριστές διαμαρτύρονταν στους δημοσιογράφους.

Τα οργανωτικά προβλήματα συνεχίστηκαν στο θέμα των εισιτηρίων. Με τα λεγόμενα «τσάρτερ της χαράς» (ναυλωμένα αεροσκάφη από το ελληνικό δημόσιο), πολιτικοί και εκπρόσωποι ποδοσφαιρικών ενώσεων από κάθε γωνιά της Ελλάδας βρέθηκαν μαζί με συγγενείς και φίλους στην Αμερική για να παρακολουθήσουν τους αγώνες. Από το Μάρτιο, όταν οι ομογενείς είχαν ζητήσει εισιτήρια για τους Έλληνες της Αμερικής, η ΕΠΟ είχε δηλώσει ότι όλα είχαν εξαντληθεί. «Και αργότερα τα βρήκαμε να κυκλοφορούν στη μαύρη αγορά», μου λέει ο Νίκος Νοταρίδης. «Ένα εισιτήριο που είχε 75 δολάρια το πουλούσαν 225 στη Βοστώνη».

ΚΑΙ ΥΣΤΕΡΑ ΗΡΘΑΝ ΤΑ ΓΚΟΛ

Ακόμα και με υπερχρεωμένα εισιτήρια οι ομογενείς γέμισαν τα στάδια. Περίμεναν να δουν επικές μάχες. Μια ομάδα που θα έπαιζε με την πονηριά της αλεπούς. Οι Έλληνες παίκτες δεν θύμιζαν την πολυμήχανη μασκότ τους. Εμφανίζονταν νωθροί στα γήπεδα, λες και η φήμη των αντιπάλων τούς είχε υπνωτίσει. Ο Παναγούλιας θυμάται ακόμα τα πρόσωπα των ποδοσφαιριστών του στη φισούνα πριν από την έναρξη του αγώνα με την Αργεντινή. Οι περισσότεροι έμοιαζαν φοβισμένοι δίπλα στον Μαραντόνα, σα να βάδιζαν στο απόσπασμα. «Τι τον φοβάστε τον κοντό!» τους φώναξε ο προπονητής τους για να ανεβάσει το ηθικό. Κάποιοι έσπασαν ένα χαμόγελο. Και ύστερα ήρθαν τα γκολ. Ελλάδα- Αργεντινή: 0-4.

Η χαρά για την έλευση της Εθνικής στην Αμερική γρήγορα διαδέχτηκε την πίκρα μετά τα πρώτα αρνητικά αποτελέσματα. «Ήμασταν εκστασιασμένοι που θα βλέπαμε την Εθνική. Γνωρίζαμε όλοι τον Αλκέτα και περιμέναμε κάτι καλύτερο», λέει ο Κώστας Μάλλιος, πρώην παράγοντας στην ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Νέας Υόρκης. «Φεύγοντας από την Ελλάδα πήραμε μαζί μας τη γλώσσα, τη θρησκεία και τον αθλητισμό», λέει ο 81χρονος Πραξιτέλης Ξυλάς που βρίσκεται από το 1954 στην Αμερική. «Ήταν για εμάς εθνική υπερηφάνεια να υποστηρίζουμε τη χώρα μας στα γήπεδα».

Η εθνική υπερηφάνεια ξεχειλίζει και σήμερα στη λέσχη του Greek American. Στην κουζίνα, πλάι σε μια εικόνα του Χριστού και της Παναγίας, βρίσκονται δύο κάδρα με την Εθνική Ομάδα του Ότο Ρεχάγκελ από το 2004 και την ομάδα του Παναγούλια από το ΄94. Με φόντο κύπελλα και ελληνικές σημαίες ο Παναγούλιας παρακολουθεί το παιχνίδι του Ολυμπιακού με την Άρσεναλ στην τηλεόραση. Τον πλησιάζει ο Ξυλάς και βγάζει από ένα φάκελο μια σελίδα της εφημερίδας «The New York Times». Είναι ένα άρθρο από το ΄94, που είχε γραφτεί τότε με παρόμοιους πρωταγωνιστές στο ίδιο στέκι. Μιλούσε για τη χαρά και τον ενθουσιασμό των Ελλήνων ομογενών. Η διοργάνωση δεν είχε ξεκινήσει ακόμα. Οι ήττες δεν είχαν χαλάσει τη γιορτή. «Θέλω να ευχαριστήσω εκείνη τη γενιά των ποδοσφαιριστών», λέει ο Παναγούλιας καθώς ξεδιπλώνει την κιτρινισμένη σελίδα. «Ήταν όλοι τους σπουδαίοι παίκτες».

(Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στον «Ταχυδρόμο» στις 22 Μαΐου 2010)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: