Γιαννης Παπαδοπουλος

Στο Ground Zero της οικονομίας

In Ρεπορτάζ on Ιουνίου 27, 2010 at 5:08 μμ

Η Έλα Τζάκσον στο σπίτι της στην οδό Χέντρι, το Ground Zero της οικονομίας στη Βοστώνη. (Φωτογραφία: Γιάννης Παπαδόπουλος)

Δέκα βαθιές αναπνοές αρκούν για να διασχίσεις το σοκάκι που στη Βοστώνη αποκαλούν «Ground Zero της οικονομίας». Κι αν το μόνο που ακούσεις στον ανήφορο της οδού Χέντρι είναι η ανάσα σου, μη ξαφνιαστείς. Η χρηματοπιστωτική κρίση άφησε πίσω της σφαλιστά παράθυρα, σκοτεινά δωμάτια και λουκέτα κατασχέσεων. Περπατήσαμε αυτή την οδό μέρα και μιλήσαμε με τους ελάχιστους –πλέον- κατοίκους της που αισθάνονται ότι ζουν σε «νεκροταφείο».

Κάθεται στη σκιά. Οι τοίχοι του δωματίου της έχουν ζαρώσει από την υγρασία και η εικόνα της Μαρίας της Μαγδαληνής στέκει ξεθωριασμένη πάνω από τους καναπέδες με τα ξεφτισμένα κρόσια και τα πλαστικά καλύματα. Κάποτε, σε αυτό το δωμάτιο πουλούσαν και αγόραζαν το θάνατο: εδώ βρισκόταν το πιο φημισμένο στέκι ναρκωτικών στη Βοστώνη. Τα τελευταία δέκα χρόνια όμως αυτό είναι το σπίτι της Έλα Τζάκσον, μιας πρώην νοσοκόμας με γκρίζα μαλλιά και βραχνή φωνή που θυμίζει τραγουδίστρια της soul.

Πριν από δέκα χρόνια, όταν η Τζάκσον μετακόμισε στον αριθμό 37 της οδού Χέντρι, το μπαλκόνι της κοιτούσε μια γειτονιά γεμάτη ζωή. Οικογένειες της εργατικής τάξης προσπαθούσαν να χτίσουν το μέλλον τους στα 150 μέτρα αυτής της ανηφόρας. Νέοι, καθόντουσαν τα βράδια στα ξύλινα σκαλοπάτια των σπιτιών, έπιναν μπύρες και μιλούσαν για γυναίκες και για όνειρα. Παιδιά έπαιζαν τα απογεύματα στο δρόμο και κάθε Σάββατο η γειτονιά μαζευόταν σε κάποια αυλή για μπάρμπεκιου.

Στην Τζάκσον δεν πολυάρεσε αυτή η ζωντάνια. Έφευγε το πρωί για τη δουλειά και γυρνούσε νύχτα. Φρόντιζε τη Σοφία Μάρτιν, μια Ελληνίδα μετανάστρια στα τελευταία της χρόνια.

Για τους γείτονές της, η Τζάκσον ήταν σα φάντασμα. Απαρατήρητη. Σιωπηλή. Σχεδόν άγνωστη. «Δεν υπάρχουν φίλοι», έλεγε τότε. «Ο καλύτερός σου φίλος είναι το δολάριο που κουβαλάς στην τσέπη σου».

Σήμερα όμως, στη γειτονιά της 72χρονης πλέον Τζάκσον επικρατεί ησυχία -ίσως περισσότερη από όση θα ήθελε η ίδια. Η ερημιά και η φτώχεια τής φέρνει στη μνήμη τα παιδικά της χρόνια στη Νότια Καρολίνα, όταν στη Μεγάλη Ύφεση οι οικογένειες δεν είχαν χρήματα και αντί για βούτυρο αγόραζαν μαργαρίνη.

Οι κατασχέσεις

Τα μισά σπίτια της οδού Χέντρι έχουν αδειάσει. Καδρόνια είναι καρφωμένα στα παράθυρα και χόρτα ζώνουν τα σκουριασμένα τους κάγκελα. Έξω από το σπίτι της Τζάκσον είναι παρατημένο εδώ και μήνες ένα μεγάλο τραπέζι. Έμεινε εκεί από το τελευταίο μπάρμπεκιου.

Μέσα σε ένα χρόνο το πρόσωπο της οδού Χέντρι άλλαξε. Δεκατρία σπίτια κατασχέθηκαν από τράπεζες γιατί οι οικογένειες δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν τα στεγαστικά τους δάνεια. Όπως άλλες τόσες οικογένειες στην Αμερική αγόρασαν σπίτια το 2005 και 2006 σε εξωφρενικές τιμές (μέχρι και 850.000 δολάρια σε μια γειτονιά που υπέφερε από την εγκληματικότητα). Οι τράπεζες τούς έδωσαν δάνεια με τυφλή εμπιστοσύνη και ο χορός κατασχέσεων και εξώσεων δεν άργησε να ξεκινήσει.

Η οδός Χέντρι ανήκει στη γειτονιά Ντόρτσεστερ της Βοστώνης: μια πρώην συνοικία Ιρλανδών μεταναστών που εξελίχτηκε σε αποπνικτικό γκέτο αφροαμερικανών. Σήμερα, περίπου 100.000 άτομα ζουν εδώ, στην πιο πυκνοκατοικημένη γειτονιά της πόλης. Το Ντόρτσεστερ όμως μοιράζεται και μια ακόμη πρωτιά, αυτή των κατασχέσεων- 509 μέχρι στιγμής από τον περασμένο Ιανουάριο (περίπου το 70% των κατασχέσεων όλης της Βοστώνης).

«Είναι η γειτονιά που υποφέρει περισσότερο», λέει η Αγλαΐα Πικούνης, εκπρόσωπος της εταιρίας Warren Group που καταγράφει τη στεγαστική κρίση στη Μασαχουσέτη. «Το Ρόξμπουρι, η δεύτερη γειτονιά σε κατασχέσεις στη Βοστώνη, έχει τους τελευταίους εννιά μήνες μόλις 87».

Αυτοί που έμειναν πίσω

Η Τζάκσον είναι μια από τους λιγουστούς κατοίκους της οδού Χέντρι που δεν έχασαν τα σπίτια τους. Πληρώνει ενοίκιο και δεν έχει δάνεια στο όνομά της. Πριν από λίγα χρόνια ζούσε εδώ σα φάντασμα. Τώρα, είναι αναγκασμένη να ζει ανάμεσα στα φαντάσματα των παλιών της γειτόνων.

«Κοιτάω από το παράθυρο και δε βλέπω ψυχή», λέει. «Θυμάμαι τη γειτονιά γεμάτη κόσμο και ζωή, πάρτι και γέλια. Σήμερα είναι πολύ ήσυχα εδώ. Τα σπίτια έχουν αδειάσει… Η γειτονιά πέθανε».

Το πρώτο σημάδι θανάτου φαίνεται εκεί όπου η οδός Κόλμαν συναντά την οδό Χέντρι. Το τριώροφο σπίτι ανήκε σε μια γυναίκα που πέθανε. Ο γιος της –που αντιμετωπίζει ψυχικά προβλήματα- το κληρονόμησε αλλά δεν μπορούσε να το συντηρήσει. Όταν το κατέσχεσε η τράπεζα ο κληρονόμος –ένας άντρας στα 50 του με παχύ γκρίζο μουστάκι και καπέλο των New York Yankees- μετακόμισε στην πίσω αυλή. Εκεί ζει τον τελευταίο χρόνο. Απλώνει τα ρούχα του στα κάγκελα, μιλά ελάχιστα και καπνίζει «μαύρο».

Απέναντί του βρίσκεται ένα ακόμη άδειο σπίτι. Η ιδιοκτήτριά του πήρε δάνειο 300.000 δολαρίων για να κάνει ανακαινίσεις, αλλά δεν μπόρεσε να ξεχρεώσει. Ο εργολάβος εξαφανίστηκε χωρίς να ολοκληρώσει τη δουλειά του, αφήνοντας ένα σπίτι μισοπεθαμένο.

Δυο βήματα από το σπίτι της Τζάκσον μένει ο 42χρονος Ογκουστίν Μαρτίνεζ. Γέννημα-θρέμμα της οδού Χέντρι. Η ανάσα του μυρίζει μπύρα και στο λαιμό του έχει ένα τατουάζ με το σήμα της ομάδας μπέιζμπολ Red Sox. Έχει τυλίξει στο κεφάλι του μια λευκή φανέλα και στο δεξί του χέρι έχει ένα μεγάλο κόκκινο δαχτυλίδι και ένα κομμένο δάχτυλο.

«Οι Βοστωνέζοι λένε ότι αυτός είναι ο χειρότερος δρόμος της πόλης. Γι’ αυτό τόσα διαμερίσματα μένουν ακόμα χωρίς αγοραστές», λέει. «Ο δήμος προσπαθεί να τα πουλήσει σε οικογένειες από τη Νέα Υόρκη, το Κονέκτικατ ή το Νιου Χαμσάιρ. Ας δώσουν καλύτερα τα σπίτια σε άστεγους, να βοηθήσουν και λίγο κόσμο».

Η παρέμβαση

Δεν είναι όμως μόνο η κακή φήμη που κρατά μακριά τους αγοραστές. Τα τριώροφα σπίτια που κατασχέθηκαν ήταν στο τέλος της ζωής τους. Χρειάζονται ανακαινίσεις που κοστίζουν τουλάχιστον 200.000 δολάρια. Ποιος θέλει να αγοράσει ένα ετοιμοθάνατο σπίτι;

Ο δήμος της Βοστώνης προσπαθεί να βελτιώσει την εικόνα της οδού Χέντρι, όμως η αποστολή του δεν είναι εύκολη. Μετά τις κατασχέσεις, τα 13 σπίτια έγιναν πιάτσες ναρκωτικών. Μία από τις αυλές μετετράπη σε… χώρο έκθεσης κλεμμένων αυτοκινήτων, και όλο και πιο συχνά ακούγονταν πυροβολισμοί.

«Αυτή η γειτονιά είναι ένα καρκίνωμα που καταστρέφει την πόλη μας», είχε πει ο δήμαρχος Τόμας Μενίνο τον περασμένο Απρίλιο σε συνέντευξη Τύπου στο πεζοδρόμιο της οδού Χέντρι.

Τις επόμενες μέρες δημιούργησε μια Ομάδα Παρέμβασης για τις κατασχέσεις. Μετά από συνεχείς συσκέψεις σε ένα υπόγειο του δημαρχείου που ονόμασε «δωμάτιο πολέμου», ο Μενίνο πέρασε στα έργα. Τα σπίτια σφραγίστηκαν από τις υπηρεσίες του δήμου. Τέσσερα από αυτά πέρασαν στα χέρια του δήμου (με λιγότερο από 70.000 δολάρια το ένα!) και ένα βρήκε αγοραστή. Ο δρόμος καθαρίστηκε και στην είσοδο της αυλής με τα κλεμμένα αυτοκίνητα τοποθετήθηκε ένα τσιμεντένιο φράγμα. Ενώ καθημερινά ένα περιπολικό σταθμεύει για ώρες στην οδό Χέντρι.

Οι παρεμβάσεις του δήμου όμως δεν έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό στην τοπική κοινωνία. Σύμφωνα με τον Στιβ Μίτσαμ, μέλος της μη κυβερνητικής οργάνωσης City Life, ο δήμος ενήργησε κατόπιν εορτής.

Αντίθετα στη λογική του Μενίνο, η οργάνωση του Μίτσαμ προσπαθεί να αποτρέψει τις εξώσεις με καθιστικές διαμαρτυρίες και πορείες στους δρόμους της πόλης. «Οι τράπεζες δίνουν συνήθως διορία 48 ωρών στους ενοίκους για να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους», λέει ο Μίτσαμ. «Και εμείς φέρνουμε έξω από τα σπίτια 100 άτομα την ημέρα της έξωσης και λέμε στις τράπεζες: “Αν θέλετε το σπίτι θα πρέπει να μας συλλάβετε όλους!” Τελικά φεύγουν και μας αφήνουν στην ησυχία μας».

Μέσα στο 2008 η City Life πραγματοποίησε 75 καθιστικές διαμαρτυρίες –σε κάποιες μάλιστα ακτιβιστές αλυσοδέθηκαν στις αυλές των σπιτιών- καταφέρνοντας να αναβάλει για μήνες την έξωση των κατοίκων.


Το μάτι του νόμου

Στην οδό Χέντρι, οι κάτοικοι που έμειναν πίσω έχουν άλλους λόγους για να διαμαρτύρονται. «Το περιπολικό είναι εδώ από τις επτά το πρωί μέχρι τη μία τα ξημερώματα. Μετά εξαφανίζεται. Και τότε αρχίζει το πιστολίδι», λέει ο Μαρτίνεζ. «Πέρσι, τέτοια εποχή, πυροβόλησαν τον ξάδερφό μου. Καθόταν σε μια καρέκλα, στο πεζοδρόμιο, έξω από το σπίτι μου. Σταμάτησε ένα αμάξι και τον γάζωσαν στις σφαίρες. Είναι σα να ζουμε στο Κουβέιτ, ή στο Ιράκ. Όλοι έχουν όπλα για την προστασία τους. Και ειδικά οι νέοι έχουν περισσότερα».

Η παρουσία του περιπολικού δεν αρέσει σε αρκετούς κατοίκους της οδού Χέντρι. Το θεωρούν πρόκληση, όχι σωτηρία. «Χρειάζεται να πω στους μπάτσους ότι είσαι φίλος μου γιατί αλλιώς μπορεί να σε περάσουν για κλέφτη και να σε συλλάβουν», λέει ένας 40άρης που τα λιγοστά παιδιά της γειτονιάς φωνάζουν «Θείο Τσιπ».

«Μένω σε αυτό το δρόμο από το 1975, από τότε που έβαλαν το πρώτο τούβλο», λέει ο Τσιπ. «Είναι κρίμα που η γειτονιά μας χάλασε. Εδώ έμεναν καλοί άνθρωποι. Σήμερα είναι σα να βρίσκεσαι σε εμπόλεμη ζώνη. Ο ήλιος πέφτει πάνω σε καδρόνια και κλειστά παράθυρα. Δωμάτια μένουν σκοτεινά, χωρίς ζωή. Δεν είναι αυτή η γειτονιά που γνώρισα».

Τη γειτονιά στην οποία μεγάλωσε δυσκολεύεται σήμερα να αναγνωρίσει και ο Μπίλι Σινγκλετάρι, ένας νέος με φαρδιά παντελόνια και ακουστικά στα αυτιά. Η οικογένειά του πούλησε το κόκκινο σπίτι, δίπλα από το σπίτι του Μαρτίνεζ, το 2006. Ο Σινγκλετάρι όμως επισκέπτεται αυτό το δρόμο κάθε μέρα. Αράζει έξω από το σπίτι με τον αριθμό 18, μαζί με το φιλαράκι του Άλεξ Μοράλες, τον Τσιπ και τον Μαρτίνεζ. Μιλάνε για ομάδες και γυναίκες. Αλλά τώρα τελευταία οι κουβέντες τους στρέφονται γύρω από την οικονομία και τη διαρκή παρουσία του περιπολικού στη γειτονιά τους.

«Η αστυνομία έβαλε μια κάμερα στο τέλος του δρόμου. Λένε ότι είναι εκεί για τα αυτοκίνητα, όμως ξέρουμε ότι την έχουν στραμμένη σε εμάς. Μας κατασκοπεύουν», λέει ο Σινγκλετάρι. «Μας έχουν βάλει την ταμπέλα του επικίνδυνου, του εμπόρου ναρκωτικών, του εγκληματία».

Η παρουσία των αστυνομικών πάντως έχει ηρεμήσει την Έλα Τζάκσον, τη «γιαγιά» της οδού Χέντρι. «Ευτυχώς που είναι εδώ, γιατί πριν οι έμποροι και οι κλέφτες σκόρπιζαν το χάος στη γειτονιά μας», λέει.

Η Τζάκσον όμως δε θα μείνει για πολύ σε αυτό το δρόμο για να δει αν στο μέλλον η τάξη θα αποκατασταθεί. Ετοιμάζεται να φύγει από την οδό Χέντρι την άνοιξη και να σταματήσει να πληρώνει το ενοίκιο των 1.350 δολαρίων. Θέλει να μετακομίσει στο Κέιμπριτζ, κοντά στα έξι παιδιά της και τα… 18 εγγόνια της.

Μέχρι τότε, λέει, ότι θα κάθεται στην αγάπημενη της θέση, στη σκια του σαλονιού της δίπλα στο παράθυρο που βλέπει το δρόμο. Πού και πού θα παραμερίζει την κουρτίνα και θα ρίχνει κλεφτές ματιές, μήπως και δει κάποιο σημάδι ζωής στη γειτονιά της κρίσης.

(Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ταχυδρόμος»)
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: