Γιαννης Παπαδοπουλος

Η καθηγήτρια και οι συμμορίες

In Ρεπορτάζ on Ιουλίου 17, 2010 at 4:45 πμ

Η Γεωργία (Κακλαμάνου) Λιπ μαζί με τον Φαμπιάν Ντεμπόρα, πρώην γκάνγκστερ. Ο Ντεμπόρα ζωγράφισε την τοιχαγραφία στη γιορτή της μητέρας και την αφιέρωσε σε όσες μητέρες πλήγωσε με τις πράξεις του.

Της έλεγαν να σταματήσει. Αυτή η μάχη δεν ήταν δική της. Αλλά η Γεωργία (Κακλαμάνου) Λιπ δεν μπορούσε να μείνει άπραγη στη δεκαετία του θανάτου. Διείσδυσε στο στενό κύκλο των συμμοριών του Λος Άντζελες. Συνάντησε άτομα που μιλούσαν με σφαίρες και αναζήτησε μέσα στις διαλυμένες τους ζωές την ελπίδα για ειρήνη.

Τα οικογενειακά τους δείπνα ήταν σιωπηλά ή θυμωμένα. Στον άντρα της δεν άρεσαν οι συναναστροφές της. Φοβόταν για την ασφάλειά της. Ζητούσε να μάθει περισσότερα. Η Γεωργία Λιπ όμως δεν μπορούσε να μοιραστεί μαζί του πολλά, ούτε να τον συστήσει στις νέες της παρέες. Ο σύζυγός της, Μαρκ Λιπ, ήταν υπαρχηγός της αστυνομίας του Λος Άντζελες, ενώ οι παρέες της αποτελούνταν από μέλη συμμοριών: άντρες και γυναίκες που είχαν βάψει τα χέρια τους με αίμα. Δεν ήταν η ομερτά που της σφράγιζε τα χείλη. Αλλά η πρόθεσή της να βοηθήσει.

«Η οικογένειά μου με δίδαξε να στηρίζω όσους έχουν ανάγκη. Να προσπαθώ να κατανοήσω τα προβλήματά τους», λέει η Λιπ. «Έζησα τη δεκαετία του θανάτου στο Λος Άντζελες και δεν μπορούσα να αγνοήσω ό,τι συνέβαινε γύρω μου. Ήταν σα να βρίσκομαι σε πόλεμο».

Η Γεωργία (Κακλαμάνου) Λιπ είναι Ελληνίδα ομογενής δεύτερης γενιάς. Μεγάλωσε στην Καλιφόρνια, είναι καθηγήτρια ψυχολογίας και ανθρωπολογίας και από το 1992 διδάσκει στο πανεπιστήμιο UCLA. Ειδικεύεται στην επίλυση κρίσεων και στην αντιμετώπιση περιστατικών μετατραυματικής διαταραχής, ενώ έχει πραγματοποιήσει έρευνες στη Βοσνία και το Κόσσοβο. Εδώ και 20 χρόνια μελετά την κουλτούρα των συμμοριών -κυρίως στο Λος Άντζελες- και προσπαθεί να δείξει στα μέλη τους πώς το μίσος δηλητηριάζει τις ζωές τους.

«Με εμπιστεύονται γιατί είμαι γυναίκα»

Η περίοδος 1988- 1998 ήταν η πιο αιματηρή για την επαρχία του Λος Άντζελες με τους νεκρούς από τις συγκρούσεις των συμμοριών να φτάνουν τους 1.000 το 1992. Σήμερα οι ανθρωποκτονίες έχουν μειωθεί, όμως εκτιμάται ότι οι συμμορίες αριθμούν 100.000 μέλη. «Επιλέγουν αυτό τον τρόπο ζωής γιατί βρίσκονται σε απόγνωση. Ποτέ κανείς δε νοιάστηκε γι’ αυτούς. Κανείς δεν τους φρόντισε. Η συμμορία είναι η οικογένεια που δεν είχαν», εξηγεί στα «ΝΕΑ» η Λιπ.

Η 54χρονη καθηγήτρια υπήρξε σύμβουλος του δημάρχου του Λος Άντζελες σε θέματα συμμοριών. Έχει εργαστεί στις γειτονιές του νότιου και ανατολικού Λος Άντζελες, όπου συχνά μιλούν τα όπλα. «Έχει τύχει να βρεθώ σε συμπλοκές. Μέλη συμμοριών μπήκαν μπροστά μου για να με προστατέψουν από τις σφαίρες», λέει. «Το γεγονός ότι είμαι γυναίκα σίγουρα βοηθάει στη δουλειά μου. Με θεωρούν αδύναμη. Δεν απειλούνται από εμένα και δέχονται να μου μιλήσουν».

Σταματώντας τις σφαίρες με δουλειές

Τα τελευταία δύο χρόνια η Λιπ αξιολογεί τη δουλειά του προγράμματος «Homeboy Industries». Πρόκειται για μια οργάνωση που ίδρυσε πριν από 20 χρόνια ο ιερέας Γκρεγκ Μπόιλ. Τη βοήθειά της ζητούν όσοι θέλουν να αποτοξινωθούν από την κουλτούρα της βίας. Εδώ μπορούν να σβήσουν τα συμμορίτικα τατουάζ τους και να βρουν δουλειά στο φούρνο ή την καφετέρια του προγράμματος. «Έρχονται σε εμάς όσοι δεν θέλουν να καταλήξουν ξανά στη φυλακή. Εγκληματίες που θέλουν να αλλάξουν τη ζωή τους λόγω της γέννησης ενός παιδιού. Συμμορίτες που μόλις έθαψαν έναν φίλο τους», λέει στα «ΝΕΑ» ο Μπόιλ.

Η Λιπ αναγνωρίζει ότι το «Homeboy» είναι το πιο επιτυχημένο πρόγραμμα παρέμβασης στην Καλιφόρνια. Από εδώ προέρχονται πολλά πρώην μέλη συμμοριών που δίνουν διαλέξεις στις τάξεις της ή απαγγέλλουν ποιήματα στους φοιτητές της. Οι ριψοκίνδυνες επενδύσεις όμως των αρμοδίων σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση θέτουν σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του προγράμματος. Σύμφωνα με τον Μπόιλ, 330 άτομα απολύθηκαν φέτος από την οργάνωση λόγω έλλειψης πόρων. «Είναι τραγικό αυτό που συμβαίνει», λέει η Λιπ. «Η δουλειά δίνει σκοπό και νόημα στη ζωή πρώην γκάνγκστερ».

Η δουλειά όμως σημαίνει και ανακωχή. Πρώην εχθροί αναγκάζονται να συνυπάρξουν, όπως ο Αλόνσο και ο Άντονι. «Θυμάμαι ότι έπρεπε να δουλέψω μαζί με τον Άντονι. Τον ήξερα από παλιά. Με είχε πυροβολήσει. Με είχε κυνηγήσει», λέει ο Αλόνσο στα «ΝΕΑ». «Αποφασίσαμε να μη μιλήσουμε για το παρελθόν και τελικά γίναμε φίλοι».

Η Λιπ έχει να διηγηθεί πολλές αντίστοιχες ιστορίες. Στα 20 χρόνια τριβής της στον κόσμο των συμμοριών ξέρει, όπως λέει, ότι όλοι δεν είναι τόσο σκληροί όσο δείχνουν. Μέχρι σήμερα θυμάται μια γυναίκα έμπορο ναρκωτικών την οποία αποκαλεί Σοφία. «Είχε σκοτώσει ανθρώπους. Οι γονείς της ανήκαν σε συμμορία. Από τα πέντε της τη χρησιμοποιούσαν για να πουλήσουν ναρκωτικά. Ο ξάδερφός της την είχε κακοποιήσει. Παρά τη σκληρότητά της ήταν υπερπροστατευτική στα μέλη της συμμορίας της. Τους προσέφερε φαγητό, στέγη, χρήματα. Όταν τη ρώτησα γιατί το κάνει μου είπε ότι ήθελε να προσφέρει όσα δεν της παρείχαν οι δικοί της γονείς. Σήμερα, ευτυχώς, δεν ανήκει σε κάποια συμμορία».

(Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» στις 17 Ιουλίου 2010)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: