Γιαννης Παπαδοπουλος

Ο θρίαμβος ενός πρόσφυγα

In Συνεντεύξεις on Ιουλίου 23, 2010 at 2:15 μμ

Ο Μεμπ μετά τη νίκη του στη Νέα Υόρκη. (Φωτογραφία: Mike Stobe/Getty Images)

Στις ατσάλινες χαράδρες του Μανχάταν έκανε την κούρσα της ζωής του. Αλλά όσο γρήγορα κι αν πήγαινε δεν μπορούσε να κρυφτεί από τις αναμνήσεις. Δύο χρόνια πριν, στην ίδια άσφαλτο, έσπασε το γοφό του και θρήνησε το χαμό ενός φίλου. Άλλος στη θέση του ίσως να μη φορούσε ξανά αθλητικά παπούτσια. Ο Μεμπ Κεφλέζιγκι όμως επέστρεψε, έτρεξε και νίκησε. Γιατί από μικρός ξέρει τι σημαίνει να πορεύεσαι σε δύσβατα μονοπάτια.

Για πέντε χρόνια ο πατέρας του Μεμπ Κεφλέζιγκι ήταν μόνο μια φωνή στο τηλέφωνο ή ένας φάκελος με ξένα γραμματόσημα. Το πρόσωπό του υπήρχε μόνο στις οικογενειακές φωτογραφίες που άφησε πίσω. Δεν ήταν εύκολη απόφαση, αλλά έπρεπε να φύγει. Η συμμετοχή του στο Απελευθερωτικό Κίνημα της Ερυθραίας και ο πόλεμος με την Αιθιοπία απειλούσαν τη γυναίκα και τα έντεκα παιδιά του περισσότερο από τη φτώχεια. Το 1981 ο Ρούσομ Κεφλέζιγκι πέρασε τα σύνορα με το Σουδάν (περπατώντας 100 χλμ.) και αργότερα βρέθηκε στο Μιλάνο, όπου δούλεψε σκληρά για να μαζέψει χρήματα και να φέρει την οικογένειά του στην Ευρώπη.

Το Νοέμβριο του 1986 τα πέντε χρόνια προσμονής τελείωσαν για τον Μεμπ στο αεροδρόμιο της Αθήνας. Εκεί αντάμωσε ξανά τον πατέρα του. Έτρεξε προς το μέρος του, αλλά ο Ρούσομ δεν τον αναγνώρισε. Νόμιζε ότι ήταν ένα από τα μικρότερα παιδιά του. Ο Μεμπ είχε ψηλώσει, είχε αλλάξει. Ο πατέρας του τον θυμόταν όπως τον είχε αφήσει στην Ερυθραία.

Οι εικόνες της επανασύνδεσης ήρθαν ξανά στο μυαλό του Μεμπ όταν κατηφόριζε στο κέντρο της Αθήνας σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα. «Απέμεναν δύο μίλια πριν από το τέρμα του μαραθωνίου. Ανέβασα το ρυθμό μου. Και τότε είδα ξανά μπροστά μου τον πατέρα μου. Σα να ζούσα ξανά τη στιγμή που έτρεξα στην αγκαλιά του», μου είπε ο Μεμπ σε μια τηλεφωνική συνομιλία μας. «Τότε ένιωσα πόσο σημαντική ήταν αυτή η πόλη και αυτή η στιγμή για μένα. Ρίσκαρα με την κίνησή μου. Αλλά ήξερα ότι δύο πράγματα μπορούσαν να συμβούν: είτε να τραυματιστώ, είτε να κερδίσω».

Ο Μεμπ τερμάτισε τελικά δεύτερος σε εκείνον τον αγώνα σε 2 ώρες και 11 λεπτά. Και χάρισε στις ΗΠΑ ένα απρόσμενο ολυμπιακό μετάλλιο στο μαραθώνιο, τρεις δεκαετίες μετά το χρυσό θρίαμβο του Φρανκ Σόρτερ στο Μόναχο. Αυτή η επιτυχία, αλλά και οι δοκιμασίες της προσφυγιάς, είναι βασικά κεφάλαια στο βιβλίο που γράφει αυτό το διάστημα ο Μεμπ στο Σαν Ντιέγκο και πρόκειται να κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο. «Είναι ένα βιβλίο για τη ζωή μου, για τους αγώνες μου, για την επανασύνδεση στην Αθήνα», λέει.

Εφιάλτες και όνειρα

Ο αγώνας της Αθήνας όμως δεν ήταν ο μοναδικός στον οποίο ο Μεμπ έγραψε ιστορία. Τον περασμένο Νοέμβρη έκοψε πρώτος το νήμα στη Νέα Υόρκη (με ατομικό ρεκόρ 2:09:15), μετά από 27 χρόνια αμερικανικών αποτυχιών. Η νίκη του όμως κάθε άλλο παρά εύκολη ήταν. Κύριος αντίπαλος του ήταν οι αναμνήσεις.

Δύο χρόνια πριν, στους αμερικανικούς αγώνες επιλογής για την ολυμπιακή ομάδα του μαραθωνίου, ο φίλος και συναθλητής του Μεμπ, Ράιαν Σέι, έχασε τη ζωή του από ανακοπή καρδιάς. Στην ίδια κούρσα, ο Μεμπ αφυδατωμένος από την υπερπροσπάθεια έσπασε το γοφό του και τερμάτισε όγδοος. «Τότε καταλαβαίνεις ποιοι είναι οι πραγματικοί σου φίλοι. Ποιούς μπορείς να εμπιστευτείς», λέει. «Όταν νικάς όλοι θέλουν να βρίσκονται δίπλα σου. Αλλά όταν τραυματίζεσαι δοκιμάζονται οι σχέσεις. Οι εταιρείες που σε εκπροσωπούν θέλουν να είσαι συνέχεια το νούμερο ένα. Αλλά στο μαραθώνιο αυτό είναι αδύνατο να συμβεί. Και όταν πιέζεις υπερβολικά τον εαυτό σου έρχονται οι τραυματισμοί. Και τότε καταλαβαίνεις ότι η ζωή δεν είναι μπίζνες».

Οι επόμενοι μήνες ήταν μια δοκιμασία αντοχής για τον μικρόσωμο δρομέα. «Δεν μπορούσα να περπατήσω. Σηκωνόμουν για πέντε λεπτά στην κρεβατοκάμαρά μου και μετά ξάπλωνα πάλι. Σερνόμουν σα μωρό. Ήταν αδύνατο να ρίξω βάρος στο σώμα μου», λέει ο Μεμπ. «Η γυναίκα μου δεν μπορούσε να με βλέπει έτσι. Μού είπε ότι έπρεπε να βρω άλλη δουλειά. Να σταματήσω να είμαι δρομέας. Της ζήτησα να προσευχηθεί για μένα. Ένιωθα ότι δεν είχα αξιοποιήσει όλο το ταλέντο μου. Και τελικά δικαιώθηκα».

Για να κατανοήσει κάποιος το σθένος και την επιμονή του Μεμπ, πρέπει να κοιτάξει στο οικογενειακό του παρελθόν. Η οικογένεια Κεφλέζιγκι ζούσε σε ένα χωριό χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και τρεχούμενο νερό στην Ερυθραία. Το 1987 με τη βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού μετανάστευσαν από την Ιταλία στο Σαν Ντιέγκο των ΗΠΑ ως πρόσφυγες. Ο Ρούσομ ξυπνούσε τα παιδιά του στις τέσσερις τα χαράματα για να μάθουν αγγλικά. Δούλευε ταξιτζής τη μέρα και εστιάτορας τα βράδια. «Έτσι έμαθα, έτσι μεγάλωσα», λέει ο Μεμπ. «Πρέπει να εργάζεσαι σκληρά την ημέρα και να αναπαύεσαι τη νύχτα. Αυτό κάνω. Και γνωρίζω ότι η επιτυχία δεν έρχεται ξαφνικά. Ειδικά όταν είσαι αθλητής αντοχής και το σώμα σου ωριμάζει αργά. Πρέπει να συνεχίσεις να προσπαθείς. Να επενδύεις στην προσπάθεια».

Ο Μεμπ δεν σταμάτησε να προσπαθεί -ακόμα και όταν οι τραυματισμοί θάμπωναν τις φιλοδοξίες του. Φέτος, στην προετοιμασία του για το μαραθώνιο της Βοστώνης, ένα πρόβλημα στο γόνατο απειλούσε την αγωνιστική του ετοιμότητα. Αντί να παραιτηθεί από την προσπάθεια ο Μεμπ έχτισε την προετοιμασία του γύρω από την αχίλλειο πτέρνα του. Μείωσε τα εβδομαδιαία χιλιόμετρά του σε 160, ενώ είχε και δύο εβδομάδες στα 100. Περιόρισε τις διπλές προπονήσεις και αύξησε την ένταση. Όσο πιο γρήγορα έτρεχε τόσο αυξανόταν η φάση πτήσης (το διάστημα που δεν πατάει στο έδαφος) και το πόδι του γλίτωνε από επιζήμιους κραδασμούς. Την ημέρα του αγώνα οι προπονητικές προσαρμογές απέδωσαν. Ο Μεμπ τερμάτισε πέμπτος σε 2:09:26, πετυχαίνοντας την τρίτη καλύτερη επίδοσή του στην απόσταση των 42.195 μέτρων.


Ο πρόσφυγας και οι… πατριώτες

Οι επιτυχίες όμως δεν φέρνουν πάντα χαρές. Η επιβράβευση της νίκης του στη Νέα Υόρκη το 2009 συνοδεύτηκε από πικρόχολα σχόλια. Ο Ντάρρεν Ρόβελ, αθλητικός συντάκτης του δικτύου CNBC είπε ότι ο Μεμπ δεν είναι «εντελώς αμερικανός». Είπε ότι θυμίζει έναν «υπάλληλο που προσλαμβάνεις για να δουλέψει μερικές ώρες στο γραφείο σου προκειμένου να κερδίσεις τον εταιρικό αγώνα σόφτμπολ». Ο πατριωτισμός και η εθνική ταυτότητα του Μεμπ τέθηκαν υπό αμφισβήτηση και στο διαδίκτυο, ενώ η εφημερίδα «New York Times» την επομένη του αγώνα τιτλοφόρισε ένα από τα άρθρα της ως: «Για μερικούς ο νικητής δεν είναι αρκετά Αμερικανός».

«Με απογοήτευσε που κάποιοι άνθρωποι σκέφτονται έτσι. Δεν ήρθα στην Αμερική ως δρομέας, ούτε ήρθα για να γίνω αθλητής. Ήρθα για μια καλύτερη ζωή», λέει ο Μεμπ, που απέκτησε την αμερικανική υπηκοότητα το 1998, την ίδια χρονιά που αποφοίτησε από το UCLA.

Όσο βρισκόταν στην Ιταλία μαζί με την οικογένειά του ο Μεμπ δεν έτρεχε. Έπαιζε ποδόσφαιρο -αυτό ήταν το μεγάλο πάθος του. Ανάκαλυψε το ταλέντο του στα δρομικά αγωνίσματα στην πρώτη γυμνασίου, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για να πάρει «Α» στη γυμναστική έπρεπε να τρέξει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο ένα μίλι (1.609 μ.) «Κυνηγούσα το βαθμό. Έτσι πείσμωσα και κάλυψα την απόσταση σε 5:20. Είχα μάθει από τους γονείς μου ότι πρέπει να προσπαθώ και να δίνω τον καλύτερο μου εαυτό», λέει ο 35χρονος δρομέας. «Είμαι περήφανος για τις ρίζες μου και την καταγωγή μου. Είναι κάτι που δεν μπορώ να αλλάξω. Όμως είμαι Αμερικανός. Γιατί δεν είπαν το ίδιο για τον Φρανκ Σόρτερ ο οποίος γεννήθηκε στη Γερμανία; Ή για τον Αλμπέρτο Σάλαζαρ που γεννήθηκε στην Κούβα; Ίσως με αντιμετώπισαν έτσι γιατί δεν έχω μπλε μάτια…»

Ο Μεμπ κέρδισε το μαραθώνιο της Νέας Υόρκης φορώντας τη στολή της αμερικανικής εθνικής ομάδας στίβου. Με την ίδια εμφάνιση θέλει να αγωνιστεί και το 2012 στους δρόμους του Λονδίνου. Στόχος του είναι οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Ακόμα κι αν δεν τα καταφέρει όμως δεν πρόκειται να απογοητευτεί. Όπως λέει, οι μέχρι τώρα επιτυχίες του δεν συγκρίνονται με τα κατορθώματα της οικογένειάς του. Η αδερφή του, Μπαγκί Κεφλέζιγκι, είναι γιατρός στο Σαν Ντιέγκο. Ο Μπεμνέτ σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων στο πανεπιστήμιο της Σάντα Κρουζ. Ο Αντάνετ αποφοίτησε από το τμήμα οικονομικών του Στάνφορντ. Όλα τα αδέρφια ξεχώρισαν ακαδημαϊκά. Αυτό είναι σύμφωνα με τον Μεμπ το «αμερικάνικο όνειρο». Όπως άλλωστε λένε στην Αφρική, «χρειάζεται ένα χωριό για να μεγαλώσει ένα παιδί» έτσι χρειάζεται και μια κοινότητα για να μεγαλώσει μια οικογένεια. Και η οικογένεια Κεφλέζιγκι είναι προϊόν πολλών κοινοτήτων. Είναι πολίτες του κόσμου.

(Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Runner» στο τεύχος Ιουλίου- Αυγούστου 2010)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: