Γιαννης Παπαδοπουλος

Μια φυλή, δύο κόσμοι

In Ρεπορτάζ on Σεπτεμβρίου 18, 2010 at 6:06 πμ

Μια μικρή τσιγγάνα στο σπίτι της στο Μενίδι. Ζει σε ένα δυάρι μαζί με το αδερφάκι της και άλλα 18 άτομα. (Φωτογραφία: Γιάννης Παπαδόπουλος)

Είναι και οι δύο 26 ετών. Ανήκουν στην ίδια φυλή και μένουν στον μαχαλά των τσιγγάνων στο Μενίδι. Ένα ρέμα όμως χωρίζει τις ζωές του Χρυσοβαλάντη και του Νίκου. Στη δυτική του όχθη δεκάδες οικογένειες παρασιτούν σε ετοιμόρροπες παράγκες, ενώ απέναντι ορθώνονται τα παλάτια των λίγων που ζουν λες και τα υλικά αγαθά θα τους ανοίξουν τις πόρτες στον κόσμο των μπαλαμών.

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Γιάννης Παπαδόπουλος

Ο Νίκος Μουκάνης είναι ο ξεναγός μου. Φοράει αθλητικά ρούχα και κρύβει τα μάτια του πίσω από γυαλιά Prada. «Είναι αυθεντικά», μου ξεκαθαρίζει. «Όχι σαν τις απομιμησείς για τις οποίες είναι ονομαστοί οι τσιγγάνοι της Αγίας Βαρβάρας». Παρκάρει τη γκρίζα Μερσέντες με τα μαύρα δερμάτινα καθίσματα δίπλα στα απομεινάρια πρόσφατης φωτιάς. Δεκάδες παιδιά -τα περισσότερα ξυπόλητα- παίζουν σε λασπόνερα και χώματα στα πόδια ενός πυλώνα της ΔΕΗ. Είμαστε στο Μενίδι της Αττικής, στο μαχαλά των αντιθέσεων, για να συναντήσουμε τσιγγάνους που έχουν αφομοιωθεί από την τοπική κοινωνία και άλλους που ζουν ακόμη άναρχα, στη σκιά των γειτόνων τους.

Από τον περασμένο Ιανουάριο μέχρι και τον Αύγουστο ο Νικολά Σαρκοζί είχε απελάσει πάνω από 8.000 Ρομά από τη Γαλλία με πρόσχημα τα φαινόμενα επαιτείας και εγκληματικότητας για τα οποία κατηγορείται η φυλή τους. Παρότι πολίτες χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι Ρομά είχαν αναγκαστεί να επιστρέψουν στις πατρίδες τους, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, καθώς είχαν «αποτύχει να ενσωματωθούν στο γαλλικό τρόπο ζωής». Οι τσιγγάνοι του Μενιδίου είναι Έλληνες πολίτες. Πολλοί βρίσκονται στην περιοχή εδώ και δεκαετίες. Ωστόσο η ενσωμάτωσή τους προχωρά αργά και συχνά με λάθος τρόπους.

Παράγκες και παλάτια

Ο Χρυσοβαλάντης Παπαδημητρίου μπροστά στο ρέμα στο Μενίδι που χωρίζει τις παράγκες από τα παλάτια. (Φωτογραφία: Γιάννης Παπαδόπουλος)

Ο αέρας μυρίζει καμμένο πλαστικό στο Μενίδι. Σε ένα λόφο δύο μικρές εστίες καπνίζουν ακόμα. Εκεί λιώνουν οι τσιγγάνοι τα καλώδια για να συλλέξουν το χαλκό. Σε μια διπλανή μάντρα έχουν στοιβάξει παλιά πλυντήρια και ψυγεία για να τα απογυμνώσουν από τα μέταλλα. Συχνά δουλεύουν μέχρι και τις τρεις τα ξημερώματα ξυπνώντας τη γειτονιά με τους θορύβους τους. Ένας τόνος παλιοσίδερα τους εξασφαλίζει 80 ευρώ. Ο Χρυσοβαλάντης Παπαδημητρίου όμως λέει ότι δύσκολα βρίσκει κανείς τόση πραμάτεια. Είναι ξερακιανός, με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια. Η σκουριά έβαψε τις παλάμες του. Είκοσι έξι ετών, αλλά τον κάνεις τουλάχιστον δέκα χρόνια μεγαλύτερο. Έχει τέσσερα παιδιά. «Πήγα μέχρι την Γ΄ δημοτικού. Και τι έμαθα; Τίποτα. Μετά βοηθούσα τον πατέρα μου με τα σίδερα», λέει. «Αν σου έλεγε κάποιος να κλέψεις για να ταΐσεις την οικογένειά σου, θα το έκανες;», τον ρωτάει ο Νίκος Μουκάνης. «Αφού δεν έχουμε να φάμε… Θα το έκανα», του απαντά ο Χρυσοβαλάντης.

Ο Νίκος Μουκάνης βλέπει την παράγκα του κ. Παπαδημητρίου από το μπαλκόνι του σπιτιού του. Ένα ρέμα είναι το σύνορο ανάμεσα στους δύο κόσμους τους. Ο πατέρας του Νίκου, Μαρίνος Μουκάνης, είναι έμπορος επαγγελματικών αυτοκινήτων και αντιδήμαρχος Αχαρνών. «Ο μοναδικός τσιγγάνος αντιδήμαρχος στην Ελλάδα», μου λέει με καμάρι όταν τον συναντώ στο λιτό γραφείο του. Στο αριστερό του χέρι έχει ένα κίτρινο κομπολόι, στο δεξί του δύο κινητά. «Καταγόμαστε από τζάκι. Ο παππούς μου ήταν από τους πλουσιότερους τσιγγάνους, έμπορος ζώων. Σήμερα το 80% της πελατείας μου είναι τσιγγάνοι», λέει. Θυμάται ότι στο σχολείο πολλοί συμμαθητές του έλεγαν ότι δεν ήθελαν να κάτσουν «δίπλα στον γύφτο». Σήμερα όμως θεωρεί ότι έχει αφομοιωθεί από την ελληνική κοινωνία. «Μ’ αρέσει να λέω ότι είμαι τσιγγάνος. Δεν πιστεύω ότι οι λέξεις γύφτος ή Ρομ είναι προσβλητικές. Και νομίζω ότι δεν ζω διαφορετικά από τους γύρω μου».

Ο Νίκος Μουκάνης με τη γυναίκα του στο πολυτελές σαλόνι τους. Το μπαλκόνι τους βλέπει στις παράγκες. (Φωτογραφία: Γιάννης Παπαδόπουλος)

Πίσω στο Μενίδι ο Νίκος Μουκάνης ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του. Κάθε πάτωμα στους τρεις ορόφους είναι ντυμένο με μάρμαρο. Ο γύψινος διάκοσμος θυμίζει βασιλικό ανάκτορο. Μια επίπεδη τηλεόραση στέκει καδραρισμένη στον τοίχο και δίπλα της βρίσκονται δύο ξύλινοι θρόνοι με προτομές λεόντων στα μπράτσα. Οι κουρτίνες έχουν χρυσή μπορντούρα, ενώ στο σαλονάκι με τους επίχρυσους καναπέδες έχουν βάλει σε ένα βάζο αντί για λουλούδια ουρές παγωνιών. Το κρεβάτι δεν υστερεί σε λάμψη. Έχει ουρανό που στηρίζεται με κίονες ιωνικού ρυθμού. «Από τους περαστικούς οι μισοί σταματούν για να κοιτάξουν το σπίτι. Και οι άλλοι μισοί δεν αντιδρούν, γιατί το έχουν ήδη δει», λέει ο Νίκος Μουκάνης.

Παρά τις διαφορές τους σε υλικά αγαθά η ραχοκοκαλιά της ταυτότητας του Νίκου και του Χρυσοβαλάντη παραμένει ίδια. Παντρεύτηκαν και απέκτησαν παιδιά μικροί. Ασχολήθηκαν με την οικογενειακή επιχείρηση. Και πιστεύουν ότι η πολιτεία πρέπει να στηρίξει τους τσιγγάνους μη δίνοντας κλήσεις όταν οδηγούν χωρίς δίπλωμα ή επιτρέποντάς τους να συλλέγουν παλιοσίδερα. Ενώ ακόμα και γι’ αυτούς που παρανομούν ή πωλούν ναρκωτικά έχουν ελλαφρυντικά. «Είναι θέμα μόρφωσης», λέει ο Νίκος Μουκάνης. «Του τσιγγάνου όπως του τραγουδήσεις θα χορέψει».

Η κρυφή καταγωγή

Στη Δυτική Αττική όμως, όχι πολύ μακριά από τις παράγκες και τα παλάτια του Μενιδίου, ζει εδώ και χρόνια κάποιος που τραγουδά στο δικό του σκοπό. Μου τον σύστησαν ως τσιγγάνο οδοντοτεχνίτη. Ιδιαίτερα επιτυχημένο και ενσωματωμένο στην τοπική κοινωνία. Ο κ. Παναγιώτης όμως δεν θέλει να τον αποκαλούν τσιγγάνο. Λέει ότι είναι Ρουμανόβλαχος. Η φυλή του μοιάζει με τους τσιγγάνους στο νομαδικό τρόπο ζωής και τα επαγγέλματα, αλλά μιλάει διαφορετική γλώσσα. Ξεκαθαρίζει πάντως πως όποτε η πολιτεία δίνει δάνεια στους Ρομά πολλοί ομόφυλοί του εμφανίζονται ως τσιγγάνοι για να εισπράξουν την κρατική ενίσχυση.

Συναντώ τον κ. Παναγιώτη στο εργαστήριό του. Είναι 48 ετών, με αραιά μαλλιά και γεμάτο πρόσωπο. Ενώ αρχικά συμφωνεί να μου μιλήσει, αργότερα διστάζει. Ανάβει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Ζητάει να μη δημοσιεύσω το επώνυμό του. «Τράβηξα πολλά για να περάσω στην αντίπερα όχθη, για να μην είναι πρότυπό μου ο μάγκας της φυλής», λέει. Εδώ και χρόνια διάγει μια διπλή ζωή. Μόνο στη γυναίκα του έχει μιλήσει για την καταγωγή του -κι αυτό τέσσερις μήνες μετά τη γνωριμία τους. Φοβάται ότι αν μιλήσει επώνυμα θα χάσει τη μισή του πελατεία και τα παιδιά του θα τα βλέπουν με άλλο μάτι στο σχολείο.

Ο κ. Παναγιώτης μεγάλωσε σε ένα χωριό της Κεντρικής Μακεδονίας. Οι ντόπιοι αποκαλούν τη συνοικία του μέχρι σήμερα «γύφτικα». Αφού μετανάστευσε για λίγα χρόνια με την οικογένειά του στη Γερμανία, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Έμεναν σε ένα σπίτι με ψυγείο πάγου, γκαζιέρα και μαγκάλια. Νερό έπαιρναν από τη γειτονιά. «Προσέχετε να μη μας καταλάβουν», έλεγε ο πατέρας του στα πέντε αδέρφια του. Το είχε άγχος να κρατήσει την ταυτότητά του κρυφή. «Είχαμε όμως τύχη. Ήμασταν πιο ανοιχτόχρωμοι από τους ομόφυλούς μας», λέει ο κ. Παναγιώτης.

Ο κ. Παναγιώτης στο εργαστήριό του στη Δυτική Αττική. Δεν θέλει να δημοσιοποιήσει το επώνυμό του. Φοβάται το ρατσισμό. (Φωτογραφία: Γιάννης Παπαδόπουλος)

Μέχρι τα 16 του δεν είχε κάνει μπάνιο ολόσωμος. Γέμιζε κουβάδες και απλά έπλενε το κεφάλι του. Ώσπου ανακάλυψε τα δημόσια λουτρά στον Κολωνό. «Ήταν σα να είχα βρει τον παράδεισο», λέει. Αν και ο πατέρας του είχε τελειώσει μόνο την πρώτη δημοτικού, ο κ. Παναγιώτης αγάπησε τα γράμματα. «Με κέρδισε το ρητό του Μεγάλου Αλεξάνδρου: “Στους γονείς μου οφείλω το ζην και στους δασκάλους μου το ευ ζην”», λέει. Παράλληλα με το σχολείο δούλευε το «κουτί». Γέμιζε ένα κουτί πουκάμισου με τσίχλες, χαρτομάντηλα και άλλα ψιλικά και πήγαινε στην Ομόνοια και την Αθηνάς. «Τότε όλοι έλεγαν το παραμύθι: ότι έχουν κάποιο βαριά άρρωστο στην οικογένεια, ότι είναι ορφανοί. Εγώ έλεγα στον κόσμο “δώστε μου λεφτά για να σπουδάσω”». Σε ένα τρίωρο έβγαζε 1.000 δραχμές το 1974, όταν το μεροκάματο τότε ήταν 300 δραχμές.

Στις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου άρχισαν να έρχονται οι προτάσεις για προξενιό από την Κεντρική Μακεδονία. «Είναι σαν μια αγοραπωλησία. Η οικογένεια του γαμπρού πληρώνει αυτήν της νύφης. Σήμερα η ταρίφα ξεκινά στα 10.000 ευρώ», λέει. Στόχος του όμως ήταν να σπουδάσει. Ήθελε να γίνει γιατρός αλλά απέτυχε στις εξετάσεις. Με τα χρήματα που είχε συγκεντρώσει κάνοντας διάφορες δουλειές, από πορτιέρης μέχρι καθαριστής, φοίτησε σε μια ιδιωτική σχολή και έγινε οδοντοτεχνίτης. Σήμερα έχει πελάτες απ’ όλη την Ελλάδα και από τη Γερμανία.

«Δεν ήθελα να γίνω παλαιοπώλης, να είμαι ο γιος του ρακοσυλλέκτη», λέει. «Δυστυχώς οι περισσότεροι τσιγγάνοι σήμερα γεννιούνται με το να ζητάνε. Έχουν μάθει να απλώνουν το χέρι. Δεν έχουν τη μόρφωση για να σεβαστούν την προσωπικότητά τους και να μη θέλουν να εξευτελίζονται». Όνειρό του είναι να δημιουργήσει ένα ίδρυμα υποτροφιών που θα δίνει οικονομικά κίνητρα στους τσιγγάνους ή άλλες μειονότητες για να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο. «Αν τους αναγκάσουμε να τελειώσουν το λύκειο θα έχουμε κερδίσει το στοίχημα. Για τους τσιγγάνους το χρήμα είναι το δέλεαρ», λέει.

Οι φωτογραφίες

Η μόρφωση είναι ο μόνος τρόπος ενσωμάτωσης των τσιγγάνων σύμφωνα με τη ψυχολόγο Ζωή Σούρδη, υπεύθυνη του κέντρου ημέρας Ζεφυρίου της μη κηβερνητικής οργάνωσης Κλίμακα. «Όταν ξεκινούσα εδώ το ’95 τα παιδιά δεν ήξεραν ότι υπάρχει γιορτή της μητέρας. Δεν είχαν ακούσει ποτέ το παραμύθι για τα τρία γουρουνάκια», λέει. «Σήμερα μπορεί ακόμα να τους λείπουν τα παιδικά κρεβάτια ή τα γραφεία, αλλά δεν θέλουν να είναι στο περιθώριο. Πηγαίνουμε μαζί τους στο πλανητάριο, στο ζωολογικό κήπο. Πρόσφατα ακούσαμε με τα παιδιά του Ζεφυρίου τον Μπρέγκοβιτς στο Ηρώδειο».

Η μόρφωση πάντως δεν είναι δεδομένη στο σπίτι του Μιχάλη Δημόπουλου. Προέχει η επιβίωση. Ο κ. Δημόπουλος μένει σε μια γειτονιά του Μενιδίου, μακριά από τους καταυλισμούς. Το αφιλόξενο δυάρι του όμως στεγάζει 20 άτομα. Στην είσοδο είναι πεταμένα ξεροκόμματα ψωμιού και στα παράθυρα δεν υπάρχουν τζάμια. Έσπασαν στο σεισμό του ’99. Όταν πιάσουν τα κρύα ο κ. Δημόπουλος θα καρφώσει στη θέση τους χαλιά. «Δούλευα στην οικοδομή με ένσημα. Εδώ και τέσσερα χρόνια όμως είμαι άνεργος. Ήθελα να μείνω σε διαμέρισμα, να φύγω από την παράγκα. Τα κατάφερα με τη βοήθεια της εργατικής εστίας. Τώρα όμως δεν έχω νερό. Ούτε έχω να πληρώσω για ρεύμα», λέει και με καλεί να φωτογραφίσω το σπίτι του, «μήπως και γίνει κάτι».

Έξω από το σπίτι του Μαρίνου Μουκάνη, ο μικρότερος γιος του, Χάρης, διψάει  και αυτός για μια φωτογραφία. «Το έβγαλες αυτό; Δείξε και τον κήπο με τα συντριβάνια», μου λέει ανυπόμονα. Ενώ μερικές γειτονιές μακρύτερα ο κ. Παναγιώτης δέχεται να φωτογραφηθεί χωρίς να δείχνει το πρόσωπό του. «Πολλές φορές οι τσιγγάνοι μού θυμίζουν τη φυλή των μαύρων», λέει. «Υπέφεραν τα πάνδεινα και αν επιτύχουν κάτι στολίζονται με χρυσές αλυσίδες και πολυτελή ρούχα. Σα να λένε “Ποιος νομίζεις ότι είσαι εσύ λευκέ; Κοίταξέ με τώρα”. Αυτό δεν θα το έλεγα ενσωμάτωση».

(Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» στις 18 Σεπτεμβρίου 2010)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: