Γιαννης Παπαδοπουλος

Τα χωριά του φράχτη

In Ρεπορτάζ on Ιανουαρίου 17, 2011 at 7:26 μμ

Ο Νικόλας Καζαντζής ζει στη Ν. Βύσσα Έβρου. Είναι εθνοφύλακας εδώ και 30 χρόνια. Ο φράχτης δεν περιμένει να λύσει το πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης. Απλώς θα το μετατοπίσει. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

 

Ζουν στο «πέρασμα». Το μοναδικό μέρος στα σύνορα με την Τουρκία που μπορείς να διασχίσεις παράνομα χωρίς να βρέξεις τα πόδια σου. Εκεί θα στηθεί ένας φράχτης για να ανακόψει τη λαθραία ροή μεταναστών. Ένα έργο που για τους ντόπιους δεν θα λύσει το πρόβλημα. Απλά, θα το μετατοπίσει.

 

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Γιάννης Παπαδόπουλος

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Enri Canaj

Οι δρόμοι σβήνουν μέσα στην ομίχλη. Η υγρασία σε τσιμπάει στο πρόσωπο. Ένα ακόμα βαρύ χάραμα στην πόρτα της Ευρώπης. Οι οκτώ άνδρες με τα λασπωμένα παντελόνια δεν έχουν προλάβει να δουν το νέο κόσμο στον οποίο έφτασαν. Ήρθαν περπατώντας. Μέσα στη νύχτα. Οι συστάσεις με τους δύο συνοριοφύλακες στην πλατεία της Νέας Βύσσας είναι λακωνικές. Δεν υπάρχουν χαρτιά, ούτε ονόματα. Μόνο χρώματα και χώρες. Οι λευκοί δηλώνουν Παλαιστίνιοι. Οι μαύροι από τη Ρουάντα. Στο λεωφορείο που επιβιβάζονται τα καθίσματα έχουν καλυφθεί με διάφανα νάιλον και μαύρες σακούλες σκουπιδιών. Το δάπεδο έχει λερωθεί με χώματα από τους προηγούμενους ταξιδιώτες. Οι οκτώ κουρνιάζουν στις θέσεις τους. Τα βλέφαρα τους τεμπελιάζουν. Καθώς το χωριό γύρω τους ξυπνά, αυτοί παραδίνονται στην κούρασή τους.

Όταν κινείσαι για πρώτη φορά σε μια μικρή κοινωνία σε εγκλωβίζουν τα βλέμματά της. Όμως το λεωφορείο της FRONTEX, της ομάδας φύλαξης των συνόρων της ΕΕ, δεν είναι καινούριο στη γειτονιά. Ούτε οι επιβάτες του. Οι ντόπιοι έχουν δει πολλούς παράνομα εισερχόμενους μετανάστες να διασχίζουν τα εδάφη τους. Μέχρι και 300 τη μέρα. Οι αρχές θέλουν να μειώσουν τη μαζική ροή στο ελάχιστο, χτίζοντας ένα φράχτη 12,5 χλμ. στα χερσαία σύνορα της Ελλάδας με την Τουρκία. Στις άκρες του θα βρίσκονται η Νέα Βύσσα και οι Καστανιές Έβρου. Δυο χωριά- περάσματα για τους ξένους που κατευθύνονται στην Αθήνα.

Ο δρόμος των μεταναστών περνάει μέσα από δύο χωριά, τη Ν. Βύσσα και τις Καστανιές. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

Σύμφωνα με τους κατοίκους τους, ο φράχτης δεν πρόκειται να αλλάξει πολλά στη καθημερινότητά τους -πέρα από το να περιορίσει τις εικόνες εξαθλίωσης. Τα μέρη τους δεν υπήρξαν ποτέ σταθμός. Τα περιστατικά ζημιών ή βίας από μετανάστες είναι ελάχιστα. Λίγοι είναι και όσοι θέλουν το φράχτη γιατί θα τους «παρέχει προστασία». Όπως ο 69χρονος Αδάμ Αδαμίδης, που έχει χωράφι με σκόρδα στη στρατιωτική ζώνη των συνόρων. «Με το φράχτη θα μπορεί να πηγαίνει η γυναίκα μου στο χωράφι χωρίς να φοβάται», λέει.

Στον καιρό της οικονομικής κρίσης, για τους ακρίτες του Έβρου αυτό το έργο δεν σημαίνει ασφάλεια, αλλά κυρίως μεροκάματο. Η Ν. Βύσσα στηρίζεται μετά βίας από την παραγωγή σπαραγγιών. Και στις Καστανιές, βιοτεχνίες με παράδοση στο σάρωθρο έχουν μετακομίσει στη Βουλγαρία. «Ας βάλουν νέους από τα χωριά να χτίσουν το φράχτη. Ας δώσουν δουλειά εδώ», λέει ο Στέλιος Κασπαρίδης, ιδιοκτήτης καφετέριας στον Άρδα.

Οι αποχαιρετισμοί

Η ανεργία έχει στραγγίσει τα δύο χωριά από τις πιο παραγωγικές τους ομάδες. Τους νέους και τις οικογένειες. Ο ξενιτεμός έχει ριζώσει σε αυτό το μέρος. Πάντα κάποιος φεύγει. Το 1923 ήταν η χρονιά του πρώτου αποχαιρετισμού. Με τη συνθήκη της Λοζάννης οι Έλληνες κάτοικοι της Μπόσνας αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό τους. Τα εδάφη τους πέρασαν στην τουρκική πλευρά. Εγκαταστάθηκαν τέσσερα χιλιόμετρα νοτιότερα, με την ελπίδα ότι θα επέστρεφαν στα παλιά τους σπίτια.

Όσο πιο πολλά καφενεία έχει ένα χωριό, τόσο πιο γερασμένο είναι. Αυτό καταλαβαίνεις στη Ν. Βύσσα. Ένα χωριό που εδώ και χρόνια λέει αντίο στα νιάτα της. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

Σήμερα, η Μπόσνα ζει στις ασπρόμαυρες εικόνες των κατοίκων της Νέας Βύσσας. Ο Ευάγγελος Κανίδης, ο βενζινάς του χωριού, φυλάει στο πρατήριο μια φωτογραφία του παππού του που γεννήθηκε το 1894 στην Τουρκία. Αλλά όπως οι περισσότεροι συντοπίτες του θυμάται καλύτερα το «Ελ Ντοράντο». Την εποχή της ευμάρειας, που ξεδιπλώθηκε μετά το κύμα ξενιτεμού τη δεκαετία του ΄50 στη Γερμανία. Τότε που η Ν. Βύσσα έφτανε τους 7.000 κατοίκους και στην αγορά κυκλοφορούσε χρήμα. Υπήρχε μπουζουξίδικο πριν ακόμα αποκτήσει δικό της η Ορεστιάδα. Στα καφενεία έπαιζαν ζάρια και χαρτιά και στα σύνορα κάποιοι ζούσαν από το λαθρεμπόριο χασίς και δερμάτινων.

Από εκείνη την εποχή βαστάνε ακόμη οι μετώπες των κτιρίων. Με καμπύλες που θυμίζουν σαλούν της Άγριας Δύσης. Οι χτίστες τους τα εμπνεύστηκαν από τα γουέστερν που έπαιζε ο κινηματογράφος. Ήταν μαγαζιά που σήμερα ερημώνουν. Ένα δεύτερο κύμα φυγής στο εξωτερικό και τη γειτονική Ορεστιάδα άφησε το χωριό με 2.000 κατοίκους. Οι περισσότεροι συνταξιούχοι του ΟΓΑ, που κρύβουν τα σημάδια του χρόνου με τραγιάσκες. Συχνάζουν στον καφενέ του «Σερίφη», απέναντι από τις ράγες του τρένου στις οποίες περπατούν συχνά οι λαθρομετανάστες. Πριν από μερικές μέρες ο ιδιοκτήτης του, Χρήστος Κυριακίδης, έδωσε σε έναν άντρα από το Πακιστάν κάλτσες και παπούτσια. Είχε φτάσει έξω από το μαγαζί του ξυπόλητος, περπατώντας στα νύχια.

Η «παρέλαση»

Ο έλεγχος πριν την επιβίβαση στο λεωφορείο της FRONTEX. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

Οι ντόπιοι είχαν συνηθίσει την «παρέλαση» των ξένων. Έτσι την αποκαλούσαν όταν μέσα στο 2010 μπουλούκια παράνομων μεταναστών έφταναν στα μέρη τους. Ανάμεσά τους ασυνόδευτα παιδιά, γυναίκες με βρέφη, ανάπηροι πάνω στο καροτσάκι τους. Η ενεργοποίηση της FRONTEX και ο χειμώνας έχουν μειώσει τη ροή. Δύσκολα ξεπερνούν τους 30 την ημέρα. Οι περισσότεροι είναι καλοντυμένοι. Όπως δύο Αλγερινοί που συναντήσαμε ένα πρωινό στις ράγες. Δερμάτινα παπούτσια, τσόχινο μπουφάν, ασημένιοι κρίκοι στα αυτιά. Είχαν αλλάξει μετά τα σύνορα.

Το καλοκαίρι ο Δημήτρης Κομνηνός ήταν από τους πρώτους που τους καλωσόριζαν. Άνοιγε στις 4:30 το πρωί για να φτιάξει μπουγάτσα. «Μόλις έβλεπαν φως, έρχονταν από την απέναντι στάση. Ζητούσαν καφέ και φαγητό και πάντα πλήρωναν. Κάθε πρωί 15 άτομα έτρωγαν εδώ. Και μετά ήθελαν να φωνάξω την αστυνομία», λέει. Από εκεί στο κέντρο υποδοχής και μετά στην Αθήνα με ειδικά δρομολόγια του ΚΤΕΛ των 60 ευρώ ή 85 δολαρίων.

Η κοινωνία της μεθορίου έχει μάθει να ζει δίπλα στους ξένους. Κάθε καλοκαίρι στα χωράφια της Βύσσας και των Καστανιών δουλεύουν πάνω από 1.000 Βούλγαροι εποχικοί εργάτες με 17 ευρώ μεροκάματο. Κάποιοι φιλοξενούνται σε σπίτια χωρικών. Το ραδιόφωνο πιάνει τουρκικούς σταθμούς. Και όταν καθαρίζει ο ουρανός διακρίνονται οι μιναρέδες της Ανδριανούπολης. Εκατοντάδες είναι τα μέλη της εθνοφυλακής που λένε ότι «φυλάνε Θερμοπύλες» στη Ν. Βύσσα. Ο Νικόλαος Καζαντζής έχει στο δωμάτιό του ένα G3 και 200 σφαίρες. «Οι λαθρομετανάστες δεν δημιουργούν φασαρίες. Απλά περνούν από εμάς. Μάλλον ξέρουν ότι έχουμε όπλα και φοβούνται. Ο φράχτης ίσως τους εμποδίσει, αλλά δεν θα λύσει το πρόβλημα», λέει.

Για τον αστυνομικό διευθυντή Ορεστιάδας, Γεώργιο Σαλαμάγκα, ο φράχτης είναι απαραίτητο «μέτρο που θα εκμηδενίσει τη μαζική ροή λαθρομεταναστών από τα χερσαία σύνορα». Το σημείο όπου πιθανόν θα τοποθετηθεί βρίσκεται ανάμεσα σε δύο καρόδρομους, ο ένας ελληνικός και ο άλλος τούρκικος. Αντίστοιχοι φράχτες υπάρχουν στις ισπανικές πόλεις Θέουτα και Μελίγια, στα σύνορα με το Μαρόκο. Είναι διπλοί, φτάνουν τα οκτώ και δώδεκα χιλιόμετρα μήκος και τα έξι μέτρα ύψος. Έκαστος στοίχισε στοίχισε 30 εκατομμύρια ευρώ. Το 2005, δεκατρία άτομα πέθαναν στην προσπάθειά τους να τους περάσουν. Το 2006 οι νεκροί ήταν τρεις. Η τελευταία απόπειρα αναρρίχησης έγινε τον περασμένο Νοέμβρη. «Οι φράχτες σταμάτησαν τους ανθρώπους εκεί. Άλλαξαν όμως τα δρομολόγιά τους. Πλέον οι διακινητές τούς εκμεταλλεύονται πιο εύκολα», μας λέει η Μαρία Χεσούς Βέγκας, εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες στην Ισπανία.

«Τον πεινασμένο δεν τον σταματάς. Υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι», λένε κάτοικοι της Ν. Βύσσας. Αναγνωρίζουν και αυτοί ότι με το φράχτη οι μετανάστες θα παίρνουν μεγαλύτερα ρίσκα. Το 2010 η αστυνομία συνέλλαβε 56 Τούρκους βαρκάρηδες- διακινητές στον Έβρο. Το πέρασμα από το ποτάμι -το εναλλακτικό δρομολόγιο- είναι επικίνδυνο. Ειδικά όταν φουσκώνουν τα νερά. Πέρσι, σύμφωνα με τη FRONTEX, 40 άτομα ανασύρθηκαν πνιγμένα στις ελληνικές όχθες του ποταμού.


Οι απέναντι

Όταν υψωθεί ο φράχτης στον Έβρο, απέναντι θα βρίσκεται η Ανδριανούπολη. Ένα μέρος με την κοσμοπολίτικη αύρα των Βαλκανίων. Εκεί όπου ο συντηριτισμός απέχει από τον προοδευτισμό ένα τετράγωνο, όσο και το τζαμί από την κλινική κοσμητικής χειρουργικής. Η τούρκικη κοινή γνώμη αγνοεί το ζήτημα του φράχτη. Οι τηλεοράσεις δεν το παίζουν. Όσοι επισκέπτονται την Ελλάδα έχουν άποψη και δε διστάζουν να την πουν. «Ο φράχτης χρειάζεται. Πώς θα αντέξει η Ελλάδα κι άλλο κόσμο με αυτή την οικονομία;», λέει ο Τζενκίζ Βεζνικλί, συνταξιούχος τελωνιακός. «Δεν μπορείς με ένα φράχτη να χωρίζεις δύο λαούς» λέει ο Μεχμέτ Γκραμμεσίν, μέλος ενός πολιτιστικού συλλόγου που ταξιδεύει συχνά στην Ορεστιάδα.

Ο φράχτης όμως δεν θα σηκωθεί για αυτούς που θα χωρίσει. Θα στηθεί για όσους θέλει να σταματήσει. Όπως τον ιρακινό Μοχάμεντ Ντία. Βρίσκεται στο Φυλάκιο Έβρου πάνω από μήνα, σε ένα χώρο για 374 άτομα που τώρα φιλοξενεί περισσότερους από 500. Μας φωνάζει γαντζωμένος από τα κάγκελα, αφού δεν μας έχει επιτραπεί η είσοδος. «Είμαστε μέρος ενός παιχνιδιού. Βγάζουν χρήματα από εμάς. Τα πράγματα είναι απλά. Ας μας ελευθερώσουν ή ας μας απελάσουν. Κι αν δεν μας θέλουν, ας κλείσουν τα σύνορά τους».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: