Γιαννης Παπαδοπουλος

Το πέρασμα της Αδριανούπολης

In Ρεπορτάζ on Φεβρουαρίου 10, 2011 at 9:52 μμ

Το πέρασμα. Ένας μετανάστης μόλις έχει περάσει παράνομα στην Ελλάδα από τα χερσαία σύνορα με την Τουρκία. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

Υπήρξε σταυροδρόµι θρησκειών και πολιτισµών. Πέρασµα για κυνηγούς και κυνηγηµένους. Σήµερα εναλλάσσονται εκεί η ελπίδα µε την εκµετάλλευση. Στην Αδριανούπολη της Τουρκίας βρίσκεται η πύλη που οδηγεί στην Ευρώπη τους παράνοµα εισερχόµενους µετανάστες µε τον «πιο ασφαλή, οικονοµικό και σύντοµο τρόπο».

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Γιάννης Παπαδόπουλος

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Enri Canaj

Ο οδηγός δενέχει γυρίσει ακόµα το κλειδί στη µίζα. Ανάβει τσιγάρο. Χαµηλώνει τη ροκ µουσική. Μας εξετάζει µε το βλέµµα του. Εχει κατσαρά µαλλιά, γκρίζους κροτάφους και µπάσα φωνή. Κοντεύει στα 50. «Ξέρω κάθε πέτρα στα σύνορα. Εχω τα δικά µου σηµάδια. ∆εν πιάστηκε ποτέ κανείς απ’ όσους µετέφερα», λέει. ∆έχεται να µας µιλήσει χωρίς να φανεί το πρόσωπό του ή να δηµοσιευτεί το πραγµατικό του όνοµα. «Θα µε πείτε Μεχµέτ», λέει και για το επόµενο µισάωρο διηγείται την ιστορία του µέσα στο αµάξι, πίσω από θαµπά τζάµια, σε µια από τις πιο κεντρικές πιάτσες ταξί γύρω από το τζαµί Σελεµίγιε της Αδριανούπολης.

Η οικογένειά του κατάγεται από την περιοχή της Αλµωπίας του Νοµού Πέλλας. Εφυγαν το 1923 µε την ανταλλαγή πληθυσµών ανάµεσα σε Ελλάδα και Τουρκία. Και εγκαταστάθηκαν στην Αδριανούπολη, τον τελευταίο σταθµό πριν την Ευρώπη για χιλιάδες παράνοµα εισερχόµενους µετανάστες. Ο Μεχµέτ εργάστηκε ως οδηγός λεωφορείου. Αλλά, όπως και άλλοι συντοπίτες του, είχε και δεύτερη δουλειά: διακινητής ανθρώπων.

Για εννιά χρόνια µετέφερε παράνοµα µετανάστες από την Κωνσταντινούπολη στην Αδριανούπολη και από εκεί στα σύνορα µε την Ελλάδα. Χρέωνε 100 δολάρια το κεφάλι. Είχε οδηγήσει πάνω από 1.000 άτοµα στο χερσαίο πέρασµα του Εβρου. Ωσπου πιάστηκε το 2003. «Με κάρφωσαν», λέει. «Είχα κρατήσει τα διαβατήρια κάποιων µεταναστών για να τους τα δώσω αν δεν µπορούσαν να περάσουν στην Ελλάδα. Η αστυνοµία µε βρήκε µε αυτά. Εκανα 20 µήνες φυλακή».

Εκτιµά ότι οι διακινητές φτάνουν σήµερα τους 60 στην πόλη του. Αυτοί όµως είναι υπεύθυνοι µόνογια το τελευταίο τµήµα του ταξιδιού. Ο σχεδιασµός γίνεται στη γειτονιά Ακσαράι της Κωνσταντινούπολης, όπου συγκεντρώνονται πολλοί µετανάστες. Οι Κούρδοιείναι οι πιο ενεργοί διακινητές. Οπως εξηγεί ο Μεχµέτ, µετανάστες από το Ιράκ έρχονται µε φορτηγά ή λεωφορεία στην Κωνσταντινούπολη. Οσοι προέρχονται απόΑλγερία ή Μαρόκο φτάνουν αεροπορικώς. Από εκεί τους παραλαµβάνουν οι οδηγοί της Αδριανούπολης και µε µίνι βαν τους οδηγούν στο πέρασµα.

Με τα πόδια. Οι τρεις παράνομα εισερχόμενοι μετανάστες ξεκίνησαν από την Ορεστιάδα για τον Έβρο περπατώντας στην Εγνατία Οδό. Η νέα τους ζωή μόλις άρχισε. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

To δροµολόγιο Κωνσταντινούπολη – Αδριανούπολη- Εβρος δεν ήταν πάντοτε το πιο δηµοφιλές. Το 2009 πιάστηκαν στην Ελλάδα 3.520 άτοµα που πέρασαν από εκεί. Το 2010 όµως έφτασαν τις 36.000. Η αυστηρότερη φύλαξη των συνόρων στην Ισπανία και την Ιταλία, η επικινδυνότητα και το υψηλό κόστος των θαλάσσιων δροµολογίων στα ελληνικά νησιά και η κατάργηση της βίζας από την Τουρκία για κράτη της Βόρειας Αφρικής άλλαξαν τα σχέδια των διακινητών. Επιχειρησιακό τους κέντρο έγινε η Κωνσταντινούπολη. Από εκεί σε δύο ώρες βρίσκεσαι στο µέρος όπου παντρεύονται η Ανατολή µε τη ∆ύση, την Αδριανούπολη. Μια περιοχή που έζησε 16 µεγάλες µάχες και πολιορκίεςµέσα στους αιώνες. Το πέρασµα για Ελληνες και Τούρκους στην ανταλλαγή των πληθυσµών.

«Είναι πολύ εύκολονα περάσουναπέναντι οι µετανάστες. Σαν να περπατούν από τη µια άκρητου γραφείου µου στην άλλη», µας λέει ο Γκιοκέν Σοζέρ, νοµάρχης της Αδριανούπολης. Ο Σοζέρ είναι ο ανώτατος κρατικός αξιωµατούχος της περιοχής. Στεγνός, µε ευθύ βλέµµα καιπαχύ µαύρο µουστάκι. Μας υποδέχεται στο γραφείο µε κοστούµι, γραβάτα και σκαρπίνια. Πίσω του, ένα πορτρέτο του Κεµάλ Ατατούρκ. ∆εξιά του µια τουρκική σηµαία. ∆ύο στοιχεία που θα συναντήσεις σε κάθε σπίτι ή µαγαζί της πόλης.

Στις πρώτες κουβέντες ο Σοζέρ είναι χαλαρός. Οταν φτάνουµε στο ζήτηµα της λαθροµετανάστευσης, σοβαρεύει. «Οι λαθροµετανάστες µαζεύονται σε εµάς όπως οι µέλισσες στο στόµιο του µπουκαλιού. ∆ουλειά µας είναι να κλείσουµε το καπάκι. Η Ελλάδα δεν µπορεί να µας κατηγορεί ότι δεν κάνουµε τίποτα. Είναι µια δουλειά που πρέπεινα γίνει και από τους δύο», λέει.

Σύµφωνα µε τον Σοζέρ, η Αδριανούπολη φυλάσσεται µε δρακόντεια µέτρα. Λέει ότι γίνονται συχνά περιπολίες και αρνείται ότι υπήρξαν περιστατικά χρηµατισµού του Στρατού ή της αστυνοµίας από διακινητές. «Το 2010 πιάσαµε 11.400 πρόσφυγες και 500 διακινητές. ∆ουλεύουµε πολύ σκληρά», τονίζει.

Οσοι µετανάστες συλλαµβάνονται από τον τουρκικό Στρατό στα σύνορα οδηγούνται στο κέντρο κράτησης, στα περίχωρα της Αδριανούπολης. Εκεί µένουν από µία εβδοµάδα έως και έναν χρόνο µέχρι να προωθηθούν στις χώρες προέλευσής τους. Το τουρκικό κέντρο κράτησης δεν θυµίζει το αντίστοιχο ελληνικό φυλάκιοστον Εβρο. ∆εν περιβάλλεται από συρµατόπλεγµα. ∆εν έχει πυργίσκο για σκοπό.

Ούτε αυστηρή φύλαξη. Ενώ στον Εβρο δεν µας άφησαν καν να περάσουµε τα κάγκελα της περίφραξης, στην Αδριανούπολη φτάσαµε έως την κεντρική πόρτα. Από εκεί είδαµε δύο αστυνοµικούς να συµπληρώνουν τα στοιχεία τριών µεταναστών. Πίσω τους άλλα πέντε άτοµα περίµεναν στην ουρά. Νέες αφίξεις. Ενας από τους αστυνοµικούς ζήτησε ευγενικά να φύγουµε απαγορεύοντας φωτογραφίες ή συνεντεύξεις.

Το κέντρο κράτησης στην Αδριανούπολη δεν καλύπτει ούτετα µισά απότα 1.500 τετραγωνικά µέτρα του ελληνικού. Μπορεί να φιλοξενήσει 80 άτοµα. ∆ίπλα εργάτες δουλεύουν στα θεµέλιαενός νέου κτιρίου, ικανού να δεχτεί 650 άτοµα. Οπως µας εξηγεί ο Μετίν Τσοραµπατίρ, εκπρόσωπος της Υπατης Αρµοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες στην Τουρκία, η χώρα του παρέχει άσυλο µόνο σε ευρωπαίους υπηκόους. Στους µετανάστες της Ανατολής η Τουρκία προσφέρει 10.000 θέσεις µετεγκατάστασης, ένα µεταβατικό στάδιο παραµονής µέχρι να ικανοποιηθούν τα αιτήµατά τους για άσυλο από ΗΠΑ, Καναδά ή Αυστραλία. Οι θέσεις όµως δεν επαρκούν. Οσοι αποκλείονται από τη διαδικασία παραµένουν εκεί χωρίς δικαιώµατα και για ναφύγουν επιλέγουν την παράνοµη και επικίνδυνη λύση των κυκλωµάτων διακίνησης.

Σαν πέσει η νύχτα στην Αδριανούπολη, ξεκινούν τα καραβάνια των παράνομα εισερχόμενων μεταναστών. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

Σε µια νεανική πόλη µε 50.000 φοιτητές, µεγάλα ποσοστά ανεργίας και µέσο µηνιάτικο τις 600 λίρες (περίπου 300 ευρώ), η συµµετοχή στα κυκλώµατα διακίνησης φαντάζει εύκολη και επικερδής επιλογή. Οσοι δεν ζουν όµως από αυτό αντιµετωπίζουν τους παράνοµα εισερχόµενους µετανάστες ως πληγή για την τοπική οικονοµία. «Θα είµαστε ελεύθεροι µόνο όταν σταµατήσουν να περνούν από εδώ. Τώρα τους πιάνουν και τους βάζουν στα κέντρα κράτησης. Τους δίνουν φαγητό και κάθε εβδοµάδα τους οδηγούν στα σύνορα µε το Ιράν για να τους στείλουν πίσω. Ξοδεύουν πολλά χρήµατα για όλα αυτά», λέει ο Εµίν Ιµάµογλου, ιδιοκτήτης καφετέριας στο Κάραγατς. «Κάνουν ζηµιά στα χωράφια µας. Πατάνε πάνω στα σπαρτά για να περάσουν τα σύνορα και τα καταστρέφουν», µας λέει ο αγρότης Μετίν Ακίντουρκ που οργώνει 150 στρέµµατα στα σύνορα.

Το Κάραγατς, η παλιά Ορεστιάδα, είναι ένα χωριό που έχει εξελιχτεί σε προάστιο της Αδριανούπολης. Ηπρώτη κοινωνία που συναντάς όταν περάσεις το τελωνείοτων Καστανιών στον Εβρο. Οπου δεν υπάρχει χώµα οι δρόµοι είναι σπαρµένοι µε λίθους. Τα σπίτια καίνε κάρβουνο αντί για πετρέλαιο. Οσο περισσότερο το κρύο τόσο πιο πνιγερός και αφιλόξενος ο αέρας. Οι κάτοικοί του, αγρότες οι περισσότεροι, έχουν συνηθίσει τις συναντήσεις µε τους µετανάστες.

Ο 82χρονος Μεµέτ Ζαζά θυµάται ακόµα τον άντρα που του έκοψε µια νύχτα τον δρόµο προς τον καφενέ. Εµοιαζε συνοµήλικός του. «Γιουνανιστάν;» («Ελλάδα;»), ρώτησε στη µόνη τουρκική λέξη που γνώριζε. Για να του δείξει ο Ζαζά τα δέντρα απέναντι.

Στον δρόµο γιατην Ευρώπη, οι περισσότεροι µετανάστες περνούν από την Μπόσνα, το χωριό που εγκατέλειψαν µε την ανταλλαγή πληθυσµών οι κάτοικοι της Νέας Βύσσας Εβρου. Η Μπόσνα σήµερα είναι µια πολιτεία βυθισµένη στη λάσπη. Βρίσκεται µετά τη στρατιωτική γέφυρα που έχει στηθεί πάνω από τον Εβρο. Εκεί όπου σε προηγούµενη διάβασήµας µια τουρκική περίπολος των συνόρων έλεγξε τα διαβατήριά µας.

Από τα δέκα σπίτια της Μπόσνας το µόνο που πατάει σίγουραστη γη, ντυµένο µε ροζ χρώµατα και µια τουρκική σηµαία στην αυλή του, είναι αυτό του µουχτάρη, του κρατικού εκπροσώπου στην περιοχή. Πίσω του έχει τηνετοιµόρροπη φάρµα του ο Αχµέτ Γκιουνγκούρ. Την φυλάνε δύο λευκά σκυλιά.

Οταν τον επισκεπτόµαστε, ένα από αυτά τρώει τα σωθικά από το κουφάρι ενός προβάτου. «Οταν τα αφήνω ελεύθερα, οι λαθροµετανάστες δεν περνούν από εδώ. Εχουµε δει πάντως πολλούς από δαύτους. Το χάραµα, στις 3:30, ότανξυπνάµε για τα πρόβατα. Αν µας καταλάβουν, τρέχουν και πετούν ό,τι βαρύκουβαλούν. Ξέρουν ότι ειδοποιούµε τον στρατό», λέει.

Ο δρόμος με τις λεύκες. Από εδώ περνούν οι μετανάστες παράνομα για να φτάσουν στην Ελλάδα. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ. ∆εν έχουµε κλείσει είκοσι λεπτά στην Μπόσνα, όταν πίσω µας σταµατάει ένα στρατιωτικό τζιπ. Τέσσερα άτοµα, µέλη της οµάδας Τζαντάρµα που φυλάει τα σύνορα, κατεβαίνουν και ζητούν τον λόγο που βρισκόµαστε εκεί. Οι δύο κρατούν όπλα. Ρωτούν έναν κάτοικο γιατί µας µιλάει. Ελέγχουν τις φωτογραφίες µας και µας αφήνουν να φύγουµε όταν λέµεότι έχουµε ραντεβού µε τον νοµάρχη. Οι χωρικοί της Μπόσνας δεν τους βλέπουν για πρώτη φορά. Οταν κάποιοι µίλησαν σε µια τουρκική εφηµερίδα για τον φράχτη,οι στρατιώτες ήρθαν και τους είπαν να µη δίνουν συνεντεύξεις.

Οι κάτοικοι τηςΜπόσνας και του Κάραγατς αντιµετωπίζουν θετικά την ανέγερση ενός φράχτη στα χερσαία σύνορα µετην Ελλάδα. Ο Μεχµέτ όµως, ο διακινητής που συναντάµε στην Ανδριανούπολη, έχει διαφορετική άποψη. «Ο,τι και να κάνουν θα ‘ναιτζάµπα. Πάντα θα υπάρχουν τρόποι για να περάσει κανείς. Οποιος κάνει αυτή τη δουλειά έχει πολλά χρήµατα».

ΤΟ ΞΕΝΟ∆ΟΧΕΙΟ. Τελευταία έχουν µειωθεί οι αριθµοί των µεταναστών που περνούν από τα δύο χωριά. Ακόµα κι όταν τους φέρνουν οι διακινητές απότην Κωνσταντινούπολη, το πέρασµα δεν γίνεται την ίδια µέρα. Εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες και το ποιοι στρατιώτες βρίσκονται στη βάρδια. Ο Μεχµέτ λέει ότι οι µετανάστες περνούν ένα ή περισσότερα βράδια σε τρία ξενοδοχεία στο κέντρο της πόλης, µε 20 λίρες (10 ευρώ) το άτοµο. Μένουµε σε ένα από αυτά. Ο ξενοδόχος ζητά να κρατήσει στη ρεσεψιόν τα διαβατήρια µας. «Τη νύχτα έρχεται η αστυνοµία και κάνει έλεγχο για να δει ποιοι βρίσκονται εδώ. Αν δεν τα αφήσετε, θα σας χτυπήσουν την πόρτα», λέει. Ο όροφός µας είναι άδειος. Το δωµάτιο σφαλίζει µε σύρτη. Στο µπάνιο υπάρχει µόνο µια τρύπα στο πάτωµα για τα νερά και µια λεκάνη.

Ξεκινάµε για τον γυρισµό µε το χάραµα. Είναι 6:30. Η ώρα που συνήθως αρχίζει το ταξίδι όσων θέλουν ναπεράσουνπαράνοµαστην Ελλάδα µετα πόδια.Στη γέφυρα της Ανδριανούπολης, παρά τα λόγια του νοµάρχη, δεν υπάρχει φύλαξη. Ο πρώτος και µοναδικός αστυνοµικός βρίσκεται ένα χιλιόµετρο µακρύτερα. Μετά τηγέφυρα, στα αριστερά, ξεκινά ο χωµατόδροµος µε τις λεύκες. Ο δρόµος που οδηγεί στην Μπόσνα και στο πέρασµα που ενώνει Ανατολή µε ∆ύση.

(Το παραπάνω ρεπορτάζ δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» στις 22 Ιανουαρίου 2011. Μαζί με το ρεπορτάζ «Τα χωριά του φράχτη» μεταφράστηκε και αναδημοσιεύτηκε στη γερμανική έκδοση της Monde Diplomatique στο τεύχος Φεβρουαρίου 2011)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: