Γιαννης Παπαδοπουλος

Εργαζόμενοι στην πόλη των ανέργων

In Ρεπορτάζ on Μαρτίου 28, 2011 at 8:18 πμ

Όλοι τους ξέρουν έστω και έναν που έχει χάσει τη δουλειά του. Φοβούνται μήπως είναι οι επόμενοι. Συνεχίζουν να κινούνται σε μια κοινωνία που έχει παγώσει.  Η ανασφάλεια κάνει ορισμένους να φλερτάρουν συχνά με την παραίτηση. Είναι οι εργαζόμενοι στην πόλη των ανέργων.

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Γιάννης Παπαδόπουλος

Η βάρδιά του μόλις έχει αρχίσει. Βάζει τις πορτοκαλί ωτοασπίδες και μπαίνει στο χώρο παραγωγής. Τα φυτίλια περιστρέφονται στη βατομηχανή σα δερβίσηδες. Η χτενίστρια ξεδιαλέγει τις κοντές ίνες για να δώσει στο νήμα μεγαλύτερη αντοχή.  Υπό το αδιάκοπο βουητό των 90 ντεσιμπέλ μια μηχανική πολιτεία δουλεύει χωρίς ρεπό. Το 1992, όταν ο Χρήστος Βαδόλας άρχιζε εδώ τα πρώτα μεροκάματα, ο κλάδος της κλωστοϋφαντουργίας ήταν ακόμα σε άνθηση. Στη Νάουσα Ημαθίας των 22.000 κατοίκων οι εργαζόμενοι στα κλωστήρια ξεπερνούσαν τους 3.000. Δύο άτομα επέβλεπαν 1.000 αδράχτια τότε, ενώ σήμερα στον ένα αντιστοιχούν 4.000. Στα καφενεία, άνεργοι και συνταξιούχοι λησμονούν το «Μάντσεστερ των Βαλκανίων». Έτσι αποκαλούσαν τον τόπο τους πριν η αποβιομηχάνιση νεκρώσει τα εργοστάσια στις όχθες του ποταμού Αράπιτσα. Όλα έκλεισαν, εκτός από ένα στην είσοδο της πόλης. Στην εταιρεία Βαρβαρέσος εργάζονται σήμερα 196 άτομα. Ο κ. Βαδόλας είναι ένας από τους τελευταίους κλωστοϋφαντουργούς.

Η κλωστοϋφαντουργία του Βαρβαρέσου είναι η τελευταία που απέμεινε στη Νάουσα. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

Εδώ και χρόνια, οι ντόπιοι διεκδικούν για τη Νάουσα τον τίτλο: «πρωτεύουσα της ανεργίας». Ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου, Θανάσης Τσίτσης, λέει ότι η ανεργία στην πόλη του ξεπερνά το 50%. Ωστόσο, επίσημα στατιστικά στοιχεία ανά πόλη δεν δίνονται από τον ΟΑΕΔ. Σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή το τελευταίο τρίμηνο του 2010 το ποσοστό ανεργίας στην περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας (στην οποία υπάγεται η Νάουσα) ήταν 15,3% -από τα υψηλότερα στη χώρα.

Την τελευταία δεκαετία η Νάουσα πρωταγωνιστεί σε θέματα απασχόλησης. Σε ένα ράφι του Εργατικού Κέντρου δύο τηλεβόες περιμένουν να χρησιμοποιηθούν στην επόμενη πορεία. Στο σωματείο συνταξιούχων ΙΚΑ έχουν κορνιζάρει φωτογραφίες κινητοποιήσεών τους για το νέο ασφαλιστικό. Φτάνουν τους 4.000 οι συνταξιούχοι του ΙΚΑ στην πόλη, σχεδόν το ένα πέμπτο του πληθυσμού της. Έχουν ονομάσει το μέρος τους «Μικρή Μόσχα» γιατί εδώ, στη γη της πολυπληθούς εργατικής τάξης, βρήκαν χώρο να εδράσουν αριστερά πολιτικά κινήματα.

Παρά τα ξενικά προσωνύμιά της η Νάουσα αποτελεί μικρογραφία της Ελλάδας.  Δούλεψε σκληρά. Αναπτύχθηκε γρήγορα, αλλά μονοδιάστατα. Δεν εκμεταλεύτηκε στο έπακρο τον φυσικό της πλούτο. Έπαιξε και έχασε στο Χρηματιστήριο. Εγκλώβισε τη γενιά της φάμπρικας σε μια ψευδαίσθηση ανάπτυξης.

«Κανείς δεν πίστευε ότι θα είχαμε τόση κατρακύλα», λέει ο κ. Βαδόλας. «Αισθάνεσαι τυχερός όταν δουλεύεις σε μια πόλη με τόσο μεγάλη ανεργία. Αλλά παράλληλα νιώθεις ανασφάλεια. Κοιτάζεις το διπλανό σου που είναι χωρίς δουλειά και σκέφτεσαι τι μπορεί να συμβεί αύριο σε σένα».

Έγνοιες σαν κι αυτή δεν υπήρχαν άλλοτε. Παλιοί συμμαθητές κατέληγαν συχνά στην ίδια επιχείρηση. Όπως ο κ. Βαδόλας με την Πόπη Σεραφείμ. Πήγαιναν στο ίδιο γυμνάσιο. Σήμερα η κ. Σεραφείμ είναι εσωτερική ελεγκτής στο Βαρβαρέσο. Θυμάται το σεργιάνι του κόσμου στην παλιά της γειτονιά όταν άλλαζαν οι βάρδιες στα εργοστάσια, τα σαββατιάτικα ταξίδια στη Θεσσαλονίκη για ψώνια και τα νυχτερινά μαγαζιά της Νάουσας στα οποία «τραγουδούσαν μεγάλα ονόματα, όπως η Μαρινέλα».

Στη μισθολογική κατάσταση του ’70 ο Βαρβαρέσος είχε γύρω στους 350 εργαζόμενους. Ήταν και παραμένει κυρίως εξαγωγική επιχείρηση με το 70% της παραγωγής του να καταλήγει σε 20 διαφορετικές χώρες. Το 2008 έκλεισε το παλιό εργοστάσιο μέσα στην πόλη, αλλά με τη γεννήτριά του παράγει ακόμη υδροηλεκτρική ενέργεια την οποία πουλάει στη ΔΕΗ. Σήμερα λειτουργεί δύο μονάδες στις παρυφές της Νάουσας. Μετά από μια πενταετία κάμψης, πέρσι ο τζίρος της εταιρείας αυξήθηκε φτάνοντας τα 22,75 εκατομμύρια ευρώ. Όμως ο ανταγωνισμός με την κινέζικη αγορά και η άνοδος στην τιμή του βάμβακος (3,30 ευρώ το κιλό φέτος έναντι 1,20 ευρώ πέρσι) παραμένουν δυσεπίλυτα προβλήματα.

Η Νάουσα πατάει σε μια εύφορη γη. Από τους αμπελώνες της βγαίνει το Ξινόμαυρο κρασί. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

Η ΓΗ. «Ευτυχώς η δική μας δουλειά κρατήθηκε», λέει ο Γιάννης Σακαλής, εργαζόμενος στο Βαρβαρέσο από το 1989. Όπως αρκετοί συντοπίτες του έχει κληρονομήσει ένα κτήμα με ροδακινιές. Συνολικά 25 στρέμματα, απέναντι από την κλωστοϋφαντουργία. Όταν σχολάσει από το εργοστάσιο πιάνει το κλαδευτήρι. Ο μισθός του μαζί με αυτόν της γυναίκας του δεν αρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες της οικογένειας. Έχασε κάποιες οικονομίες του στο Χρηματιστήριο. Σήμερα έχει 5.000 μετοχές που κάθονται. Από το κτήμα λέει ότι βγάζει κατά μέσο όρο 20.000 ευρώ το χρόνο. «Είμαστε σφιχτά. Το παιδί είναι στην Αθήνα, αστυνομικός. Έπρεπε να του πάρουμε ένα αυτοκίνητο. Η κόρη δεν πέρασε σε σχολή και δουλεύει σερβιτόρα. Με τι να πηγαίνει στο μαγαζί; Της πήραμε ένα μεταχειρισμένο. Όταν έχεις τέσσερα αυτοκίνητα στην οικογένεια τα έξοδα τρέχουν. Αν έχουμε φέτος παραγωγή θα αλλάξω το αγροτικό. Το έχω 28 χρόνια», λέει και δείχνει ένα γέρικο βαν με σκουριασμένο σασί.

Ο γεωργικός τομέας δεν είναι μόνο δεύτερη δουλειά στη Νάουσα. Για ένα μεγάλο κομμάτι του ντόπιου πληθυσμού αποτελεί κύρια πηγή εσόδων. Η συνολική ετήσια παραγωγή οίνων Ονομασίας Προέλευσης «Νάουσα» φτάνει τα 2.500.000 λίτρα από τα οποία εξάγεται το 30-40%. Απ’ αυτή τη γη βγαίνει το Ξινόμαυρο. Μια ποικιλία στην οποία επενδύει η Μαρία Κελεσίδου. Ξεκίνησε να εμφιαλώνει κρασιά στο Γιαννακοχώρι το 1998. Παράγει 25.000 φιάλες το χρόνο και στα κτήματά της καλλιεργεί πλέον μόνο βιολογικά. «Έχουμε μια μικρή, οικογενειακή επιχείρηση και ίσως αυτό μας βοηθά να συντηρηθούμε. Αποφεύγουμε τα μεγάλα έξοδα», λέει.

Η ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ. Όσο κι αν απομακρυνθείς από τους αμπελώνες η υγρασία της Νάουσας σε ακολουθεί. Ποτίζει τα λιθόστρωτα στενά της πόλης και τις εμπορικές στοές. Τρυπώνει σε μαγαζιά που στην εποχή της ακμής δεν πρόφταιναν τις παραγγελίες. Βαραίνει την ατμόσφαιρα μαζί με την απαισιοδοξία. Δυο χρόνια απομένουν μέχρι τη σύνταξη για τον κουρτινά Αντώνη Καραφούσια. Μετράει τις μέρες σαν το φαντάρο που περιμένει την απόλυσή του. Όταν άνοιξε το 1976 πούλησε δέκα τόπια κουρτίνα πριν κάνει εγκαίνια. «Σήμερα μπορεί και σε μια μέρα να μην κάνω σεφτέ. Η κουρτίνα δεν είναι είδος πρώτης ανάγκης. Έχει γίνει πλέον πολυτέλεια», λέει.

Κάποτε είχαν δουλειά. Σήμερα, τα 42 επιπλοποιεία της Νάουσας περνούν δύσκολες μέρες. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

Έμποροι και βιοτέχνες της Νάουσας συνειδητοποιούν καθημερινά ότι οι καιροί έχουν αλλάξει. Τα επιπλάδικα φτάνουν τα 42 στην πόλη τους. Αριθμός που συμβολίζει την ανοικοδόμηση παλιότερων δεκαετιών, αλλά φαντάζει υπερβολικός για τα σημερινά πληθυσμιακά μεγέθη. Σε μια από τις βραδυνές μαζώξεις τους στο επιπλοποιείο του Βασίλη Προύσαλη, εννιά άντρες συζητούν για την αφερέγγυα αγορά. «Μέχρι το ’92 δεν ξέραμε τι θα πει επιταγή», λένε. «Σήμερα η πόλη ζει από τους συνταξιούχους. Οι καφετέριες γεμίζουν από το χαρτζιλίκι του παππού».

Η Νάουσα γερνά, αφού αρκετοί νέοι της αναζητούν αλλού την τύχη τους. Όμως παρά το κύμα φυγής υπάρχουν και κάποιοι που επιστρέφουν. «Με έφερε πίσω το δέσιμο με την οικογένειά μου και η ποιότητα ζωής», λέει η 31χρονη Τάνια Στόιου. Το 2008 άνοιξε σχολή μπαλέτου. Για να δει χρόνο με το χρόνο την πελατεία της να μειώνεται. Όταν η ίδια μάθαινε τις πρώτες φιγούρες το 1984 η δημοτική σχολή είχε 350 παιδιά. Οι ντόπιοι μιλούσαν περήφανα για τις πολιτιστικές δραστηριότητες της περιοχής και έδιναν στην πόλη τους ένα ακόμη προσωνύμιο: «Μικρό Παρίσι». Σήμερα, παρότι υπάρχουν δύο ιδιωτικές σχολές μπαλέτου, μία δημοτική και αυτή της Ευξείνου Λέσχης, τα παιδιά που τις παρακολουθούν δεν ξεπερνούν τα 150.

Πλέον στη Νάουσα το μπαλέτο, όπως σε κάποιες περιπτώσεις η εκμάθηση αγγλικών, θεωρούνται πολυτέλεια. Οι κάτοικοι εδώ χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: εργαζόμενος, συνταξιούχος, άνεργος. Υπάρχουν όμως και 199 άτομα που δεν ανήκουν πουθενά. Υπάλληλοι των Κλωστηρίων Ναούσης που έχουν προχωρήσει σε επίσχεση εργασίας λόγω μη καταβολής δεδουλευμένων. Οι μισθολογικές τους καταστάσεις βγαίνουν κανονικά, αν και δεν πληρώνονται. Υποβάλλουν φορολογικές δηλώσεις με εισοδήματα που αντιστοιχούν σε φανταστικούς μισθούς. Ο Βασίλης Κουβατλής είναι ένας από αυτούς. Εργαζόμενος στα χαρτιά. Έπιασε δουλειά στα κλωστήρια στα 14 του. Σήμερα είναι 49. Πολλές γυναίκες είχαν προφτάσει να βγουν στη σύνταξη στα 50 τους αφού δούλευαν στα εργοστάσια αμέσως μετά το δημοτικό. Ο κ. Κουβατλής όμως ζητάει δουλειά. «Ας αρχίσει πάλι η παραγωγή και ας δώσουν όσα μας οφείλουν σιγά- σιγά», λέει. «Τώρα είμαστε εγκλωβισμένοι. Ούτε άνεργοι μπορούμε να γίνουμε».

(Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 28 Μαρτίου 2011)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: