Γιαννης Παπαδοπουλος

Τα χιλιόμετρα της κρίσης

In Ρεπορτάζ on Μαΐου 30, 2011 at 5:33 μμ

Τώρα τα αφεντικά καλούνται να λερώσουν τα χέρια τους στα χωράφια. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

Μακριά από τις γειτονιές της Αθήνας, στα χωριά και τις πόλεις της επαρχίας, η οικονομική κρίση δοκιμάζει συνήθειες και σχέσεις. Τα αφεντικά καλούνται και πάλι να λερώσουν τα χέρια τους στο χωράφι. Οι κάτοικοι της υπαίθρου να αναστήσουν το μποστάνι τους και οι νέοι να εργαστούν σκληρά στις οικογενειακές επιχειρήσεις. Αλλά η πιο σημαντική δοκιμασία μπροστά τους είναι να απαλλαγούν από τη νοοτροπία που είχαν μέχρι χτες, όταν καθένας νοιαζόταν για τον εαυτό του.

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Γιάννης Παπαδόπουλος

Ο ήλιος ρίχνει τις τελευταίες ακτίνες του πάνω στην πλαστική πολιτεία των θερμοκηπίων που απλώνονται στις παρυφές του Γιαννιτσοχωρίου Ηλείας. Μέσα στα νάιλον η κουφόβραση σε πνίγει. Μόνο που αναπνέεις, ιδρώνεις. Ο Βασίλης Τριγύρης καθαρίζει τις καλλιέργειές του με τη βοήθεια ενός άλλου παραγωγού, του Κυριάκου Παπακυριακόπουλου. Τα γόνατα στις φόρμες τους έχουν φαγωθεί, τα μέτωπά τους στάζουν, στα χέρια τους έχει ξεραθεί το χώμα. Υπό άλλες συνθήκες, τέτοια ώρα δεν θα βρίσκονταν εδώ. Ίσως να άραζαν στο καφενείο, ή στο σπίτι συντροφιά με την τηλεόραση. Τη δουλειά θα την έκαναν εργάτες. Φτηνά χέρια –όπως συνηθίζεται στην επαρχία- από το εξωτερικό.
«Πάνε εκείνες οι εποχές», λέει ο κ. Παπακυριακόπουλος. Πριν από δύο χρόνια απασχολούσε δύο άτομα στα θερμοκήπιά του με μεροκάματο 30 ευρώ τον καθένα. Τότε, ο ίδιος δούλευε τρεις ώρες το πρωί και δύο το απόγευμα. Σήμερα, λόγω οικονομικής κρίσης τους έχει απολύσει, περνά εννιά ώρες κάθε μέρα στις καλλιέργειές του και όποτε χρειάζεται βοήθεια στρέφεται σε φίλους και συγχωριανούς με αντάλλαγμα να δουλέψει και αυτός στα δικά τους χωράφια όταν έχουν ανάγκη. Αυτή η μορφή συνεργασίας μεταξύ αγροτών είχε ριζώσει στην περιοχή όταν ο κ. Τριγύρης ήταν ακόμα παιδί. Τώρα κάποιοι την ανασύρουν από τη μνήμη τους. «Από τη δεκαετία του ’80 όλα άλλαξαν. Ξαφνικά γίναμε αφεντικά», λέει. «Εισέπρατταν οι αγρότες τις επιδοτήσεις, κάθονταν και καλλιεργούσαν με τους ξένους εργάτες. Αν κάποιος είχε ένα στρέμμα εύκολα αγόραζε και τα έκανε 25. Εκείνες οι εποχές όμως πέρασαν». Δίπλα του ο κ. Παπακυριακόπουλος παρακολουθεί σκεπτικός. «Ακούγαμε για οικονομική κρίση και δεν τη βλέπαμε. Τον τελευταίο χρόνο όμως έχει φτάσει εδώ», λέει.

Οι δύο άντρες γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο δυτικό άκρο της Πελοποννήσου, 250 χιλιόμετρα μακριά από τις συνοικίες της Αθήνας. Ο ένας, στα 36 του μένει με τους γονείς του. Ο άλλος στα 40 του με τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά στα πεθερικά του. Στο Γιαννιτσοχώρι των 500 κατοίκων δεν έχουν λουκέτα, συσσίτια και αστέγους. Ο Θόδωρος Παπακυριακόπουλος είναι –όπως μου λένε- από τους πρώτους ανέργους του χωριού. Παλιά εργαζόταν στα θερμοκήπια, όπως ο ξάδερφός του. Τα άφησε όμως την τελευταία πενταετία για να γίνει οδηγός σε λατομείο. Πατέρας δύο παιδιών. Χωρίς δουλειά εδώ και ένα μήνα. «Ελπίζω ότι κάτι θα γίνει. Όταν είσαι σωστός σε ό,τι κάνεις κάτι θα βρεθεί», λέει.

Οι συγχωριανοί του δεν έχουν δει πορείες κατά απολύσεων, ούτε έχουν μυρίσει δακρυγόνα. Η απεργία τους είναι άγνωστη λέξη αφού το 80% του πληθυσμού ζει από τη γη. Οδηγώντας στα μέρη τους, τα γύρω χωριά και πόλεις, περιμένεις ότι θα ξεφύγεις από τη μιζέρια της πρωτεύουσας, τα κιτρινισμένα ενοικιαστήρια και τις συζητήσεις για περικοπές μισθών. Προσδοκάς ότι θα συναντήσεις μια κοινωνία μαθημένη στην αυτάρκεια ή έστω στη συνεργασία. Σε κάθε χιλιόμετρο όμως η κρίση σε ακολουθεί.

Δεν έχει σημασία το μέγεθος της αγοράς. Ούτε αν βρίσκεσαι σε χωριό ή πόλη. Οι ιστορίες στο Γιαννιτσοχώρι, τη Ζαχάρω και την Κυπαρισσία έχουν κοινή αφετηρία τη νοοτροπία ότι πάντα φταίει κάποιος άλλος. Θα ακούσεις τους παραγωγούς να κατηγορούν για την κρίση τους εμπόρους. Αγοράζουν, λένε, τα προϊόντα τους σε εξευτελιστικές τιμές (δέκα λεπτά το αγγούρι). Εδώ και χρόνια όμως δεν φτιάχνουν μόνοι τους αγροτικό συνεταιρισμό. Θα μάθεις ότι ένας επιχειρηματίας προσπαθούσε μάταια επί μια εβδομάδα να εξασφαλίσει άδεια πυρασφάλειας για το μαγαζί του. Όλα λύθηκαν όταν τηλεφώνησε σε τοπικό βουλευτή. Η πολεοδομία ενέκρινε την αίτησή του χωρίς καν να δει το φάκελο. Θα πιεις καφέ με τον ηλεκτρολόγο που λέει ότι του ζητούν μερεμέτια ακόμα κι αν δεν έχουν χρήματα. «Όταν σε ξέρουν στο χωριό και θέλουν να κάνεις δουλειά δεν μπορείς να αρνηθείς. Έλα εδώ και θα σε φτιάξω μετά, λένε, αλλά δεν έχουν να σε πληρώσουν». Θα σου εκμυστηρευτεί τις δυσκολίες του άλλος εργαζόμενος σε ιδιωτική εταιρεία. Λόγω κόστους η έγκυος γυναίκα του πρέπει να περιορίσει τις επισκέψεις στο γυναικολόγο, ακόμα κι αν δεν επιβαρύνεται οικονομικά ως ασφαλισμένη στο ΙΚΑ. «Στο γιατρό πρέπει πάντα να δώσεις κάτι παραπάνω», σύμφωνα με το σύζυγό της. Και θα συναντήσεις στο άδειο μαγαζί του έναν εστιάτορα που έχει στην άκρη χίλιες ελιές. Θα σου πει ότι εδώ και πέντε χρόνια τις έχει παρατήσει. Ότι έχει ακριβύνει πολύ η συντήρησή τους. Ότι φέτος αναγκάστηκε να αγοράσει λάδι από ελαιοτριβείο. Ωστόσο όλον αυτόν τον καιρό εισέπραττε και συνεχίζει να εισπράττει ετήσια επιδότηση 4.000 ευρώ για ένα κτήμα που μαραζώνει.

ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ. Αποκομμένη από τη γη της εδώ και χρόνια η επαρχία ακολουθούσε έναν αστικό τρόπο ζωής. Αντί της παραγωγής ήταν προτιμότερη η παροχή υπηρεσιών. Στον Πύργο των 40.000 κατοίκων λειτουργούσαν 180 καταστήματα ειδών ένδυσης και υπόδησης. Με ενοίκια που έφταναν τα 35 ευρώ ανά τ.μ. το μήνα. Όπως εξηγεί ο Γιώργος Βασιλακόπουλος, πρόεδρος του Συλλόγου Εμπόρων Βιοτεχνών και Επαγγελματιών Ν. Ηλείας, «ο ΟΑΕΔ έδινε χρηματοδοτήσεις σε νέους επαγγελματίες για να ανοίξουν δικές τους επιχειρήσεις. Η εύκολη λύση ήταν τα ρούχα και τα παπούτσια, γι’ αυτό υπήρχε αύξηση την τελευταία πενταετία». Τον τελευταίο χρόνο όμως έκλεισαν 35 καταστήματα που δραστηριοποιούνταν σε αυτόν τον τομέα.
Αφού δεν μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν τη γη τους, αρκετοί τώρα κοιτούν να την πουλήσουν. Σύμφωνα με τον Κώστα Μπηλιώνη, μεσίτη στη Ζαχάρω, το τελευταίο εξάμηνο αυξήθηκε κατά 50% η διάθεση χωραφιών και οικοπέδων στην περιοχή. Η ζήτηση όμως είναι μειωμένη, ενώ η αγορά διψά για ρευστό. Ο Θόδωρος Γιανναράς, ιδιοκτήτης βιοτεχνίας παραδοσιακών ζυμαρικών, λέει ότι έχασε μέσα σε ένα έτος 70.000 ευρώ σε ακάλυπτες επιταγές. Ωστόσο ο Λυμπέρης Καλογερόπουλος, προϊστάμενος στη ΔΟΥ Ζαχάρως, παρατηρεί ότι τα τελευταία είκοσι χρόνια στην εφορία χρωστούν τα ίδια άτομα. Η κρίση, λέει, δεν έχει προσθέσει νέα ονόματα στη λίστα των οφειλετών. «Ο ντόπιος δεν έχει φτάσει ακόμα σε σημείο εξαθλίωσης. Δεν βρίσκεται στο όριο της πείνας», τονίζει.
Υπάρχουν πάντως και ντόπιοι που αλλάζουν τις συνήθειές τους. Στη λαϊκή αγορά της Ζαχάρως πωλούνται πλέον όλο και περισσότερα φυτά για μποστάνια. Ένας από τους αγοραστές είναι ο Βασίλης Δρακόπουλος, ιδιοκτήτης του μπαρ «Sugar Town», κάτω από το κτίριο της τοπικής ΔΟΥ. Εδώ και δύο μήνες έχει φτιάξει πίσω από το μαγαζί του ένα περιβόλι με μελιτζάνες, αγγούρια, ντομάτες, τρεις ελιές και μια συκιά. Αγόρασε και 20 κότες για φρέσκα αυγά. «Κατάλαβα ότι πρέπει να τελειώσει πλέον η αστική αντίληψη που είχαμε στην επαρχία. Τόσα χρόνια δεν ασχολούμουν καθόλου με τη γη. Όμως από ‘δω και πέρα θα έχω ό,τι ζητήσω», λέει.
Η ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ. Μέχρι σήμερα, στην επαρχία, η νέα γενιά ήταν αυτή που είχε συνήθως ό,τι ζητήσει. Σπίτια χωρίς νοίκι, έτοιμες οικογενειακές επιχειρήσεις, ένα μηχανάκι με τρύπια εξάτμιση για να ξυπνά τη γειτονιά στο πέρασμά του. Με την ενηλικίωσή τους όμως καλούνται να πάρουν σημαντικές αποφάσεις. Πόλη ή χωριό; Αθήνα ή επαρχία; Έχουν να διαλέξουν ανάμεσα σε εξαντλητικά ωράρια με πενιχρές απολαβές και στο βάρος της οικογενειακής ευθύνης. Γιατί ακόμα κι αν παραμείνουν στη στέγη τους, με έτοιμο φαγητό και στρωμένο κρεβάτι, θα πρέπει να αναλάβουν δουλειές που καθημερινά στραγγαλίζονται από ακάλυπτες επιταγές και χρέη.
«Οι γονείς τα παρείχαν όλα. Τους κάναμε τεμπέληδες. Τώρα αγωνιούμε εμείς τι θα κάνουν τα παιδιά μας», λέει ο κ. Γιανναράς. Στην οικογενειακή επιχείρηση στους Ταξιάρχες δουλεύει ο γιος του, αλλά προσπαθεί να πείσει και μια από τις κόρες του να ακολουθήσει. Λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα, στον Πύργο, ο κ. Βασιλακόπουλος έχει τη δική του κόρη να βοηθά στο μαγαζί. «Σπούδασε οικονομολόγος, αλλά εδώ δεν μπορεί να βρει δουλειά για να αξιοποιήσει το πτυχίο της. Θα πρέπει να πάει αλλού», τονίζει.

Στο Γιαννιτσοχώρι όμως ένας άλλος νέος επέλεξε να επενδύσει το πτυχίο του στην πατρική του γη. Εδώ και δέκα μέρες ο 25χρονος Μάκης Κατσικαρώνης έχει ανοίξει μαζί με συνέταιρο ένα μαγαζί πάνω στον κεντρικό δρόμο, στα σύνορα ανάμεσα στα θερμοκήπια και τους ελαιώνες του χωριού. Σπούδασε γεωπόνος και τώρα συμβουλεύει τους αγρότες της περιοχής. «Πήρα το ρίσκο σε μια δύσκολη περίοδο», λέει. «Αλλά την εποχή την καθορίζεις και εσύ. Όλα εξαρτώνται από το πώς και πόσο θα δουλέψεις».

(Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 30 Μαΐου 2011)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: