Γιαννης Παπαδοπουλος

Οι φύλακες του φαναριού

In Ρεπορτάζ on Ιουλίου 23, 2011 at 2:11 μμ

Ο Μιχάλης Φωτόπουλος ξεκινάει τη δεκαήμερη βάρδιά του στο φάρο του Κάβο Μαλιά. Δέκα ημέρες ησυχίας. Μια ευκαιρία για να συνομιλήσει με τη μοναξιά. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

Το βλέμμα του χάνεται εκεί που συναντιούνται ο ουρανός και η θάλασσα. Είναι η ώρα του «διαλλογισμού». Καθισμένος σε μια φαγωμένη απ’ την αλμύρα πέτρα ο Ανδρέας Ανέλλος αγναντεύει τα διερχόμενα πλοία. Περιμένει να ανάψει το φανάρι μόλις πέσει ο ήλιος. Ένα σημάδι που μαρτυρά πως βρίσκεται εκεί, μιάμισι ώρα μακριά από τον πολιτισμό, σε έναν βράχο όπου -όπως λένε οι ντόπιοι- έχει για συγκάτοικους νεράιδες.

 

(Δείτε το βίντεο από το 24ωρο στο φάρο του Κάβο Μαλιά)

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Γιάννης Παπαδόπουλος

Ξερόκλαδα και θάμνοι γδέρνουν τα παπούτσια μας. Το μονοπάτι μυρίζει θυμάρι και ρίγανη. Ξεδιπλώνεται σε κοφτές πλαγιές, σε βράχια που ανάβουν από το πολύωρο χτύπημα του ήλιου. Είναι εύκολο να χαθείς εδώ, να σου ξεφύγουν οι κόκκινες βούλες που σηματοδοτούν τη διαδρομή. Έχουμε μπροστά μας όμως έμπειρο οδηγό. Μας βρήκε στα μισά του δρόμου, τρέχοντας. Έχει πυκνό μαύρο μούσι θαλασσόλυκου και ηλιοκαμένο μέτωπο. Τον λένε Μιχάλη Φωτόπουλο και αυτό το μονοπάτι μήκους 4,6 χιλιομέτρων οδηγεί στο φάρο του Καβομαλιά, το σπίτι του για τις επόμενες δέκα μέρες.
Στην είσοδο, πλάι στην ελληνική σημαία που ύψωσε στις 8 το πρωί, μας περιμένει ο Ανδρέας Ανέλλος, ο δεύτερος φαροφύλακας. Έχουν δεχτεί να μας φιλοξενήσουν για ένα 24ωρο, για να δούμε πώς δύο παιδιά της πόλης ζουν στην ερημιά μακριά από ανέσεις, συντροφιές και προκλήσεις.
Ο φάρος στο ακρωτήριο Μαλέα, στο νομό Λακωνίας, χτίστηκε το 1883 από Γάλλους αρχιτέκτονες. Για περίπου 30 χρόνια δεν ήταν επανδρωμένος και είχε ρημάξει. Αναπαλαιώθηκε πέρσι και πλέον λειτουργεί με προσωπικό δύο ατόμων. Οι βάρδιες των φαροφυλάκων διαρκούν δέκα ημέρες. Τις επόμενες πέντε το φανάρι μένει μόνο του, για να εγκατασταθεί έπειτα για ακόμη ένα δεκαήμερο το άλλο ζευγάρι της βάρδιας. Στην είσοδο του φάρου μας καλωσορίζει μια ταμπέλα με τη φράση: «Μαλέα παρακάμψας επιλάθου των οίκαδε» («Μόλις περάσεις τον Μαλέα ξέχνα ότι έχεις οικογένεια»). Οι τοίχοι μυρίζουν ακόμη φρέσκια μπογιά. Στα δεξιά βρίσκεται η κουζίνα όπου μετά βίας στριμώχνονται δύο άτομα. Η γκαζιέρα που τροφοδοτεί δύο μάτια δεν χωράει μέσα και βρίσκεται έξω από την πόρτα. Η τουαλέτα είναι κλειστοφοβική. Έχει μόνο μία λεκάνη, έναν νιπτήρα -που είναι χαλασμένος στην επίσκεψή μας- και μια τρύπα στο πάτωμα για τα νερά του μπάνιου.

Ο Ανδρέας Ανέλλος είναι στο δωμάτιό του και μιλάει στο κινητό κολλημένος στο παράθυρο. Μόνο έτσι μπορεί να πιάσει καλό σήμα. Δίπλα του κρέμεται μια ροζ σακούλα με τρία πακέτα Marlboro σκληρά. Εφοδιάζεται με δέκα από αυτά για κάθε βάρδια. «Αν μπορείς και έχεις συνεννόηση με το συνάδελφο σου, τότε όλα μέλι- γάλα. Αλλιώς είναι δύσκολα. Φαντάσου ότι μπορεί να τύχεις με έναν άνθρωπο που να μην μπορείς να του βγάλεις κουβέντα», λέει μόλις κλείνει το κινητό.
Ο κ. Ανέλλος μεγάλωσε στον Κολωνό. Η μουσική ήταν η μεγάλη του αγάπη. Στα μαθητικά του χρόνια είχε μακριά μαλλιά που τελείωναν στη μέση του. Φορούσε δερμάτινα παντελόνια και σκούρες μπλούζες. Έπαιζε και σε ένα συγκρότημα. Τώρα, στα 30 του, δεν θυμίζει εκείνη την εικόνα. Το 2005 κατετάγη ως ΕΠΟΠ στο πολεμικό ναυτικό και πέρασε το 45θήμερο σχολείο των φαροφυλάκων. Σήμερα έχει στρατιωτικό κούρεμα και ξυρισμένες φαβορίτες. Με τον Μιχάλη Φωτόπουλο, τον συνάδελφο και συγκάτοικό του στο φάρο, δεν τους συνδέουν πολλά κοινά. Ο κ. Φωτόπουλος είναι δρομέας μεγάλων αποστάσεων και αγώνων βουνού. Προτιμάει το διάβασμα αντί για τη μουσική και φυσικά δεν δοκιμάζει τσιγάρο. Ακόμα κι έτσι όμως έχουν βρει τις ισορροπίες. Ο κ. Φωτόπουλος μαγειρεύει και ο κ. Ανέλλος πλένει -αν και κατά την επίσκεψή μας οι όροι αντιστρέφονται.
«Δουλειά για άντρες»
Εξήντα άτομα εργάζονται ως φαροφύλακες στην Ελλάδα. Ο μεγαλύτερος είναι 41 ετών και ο μικρότερος 27. Όλοι άντρες. «Είναι αντρική δουλειά ο φάρος και έτσι πιστεύω ότι θα μείνει», λέει ο κ. Ανέλλος. «Οι άντρες είμαστε όντα της ηρεμίας. Οι γυναίκες έχουν και το διάολο μέσα τους. Εμείς θέλουμε την ησυχία μας, θα δούμε την τηλεόρασή μας. Αυτές θέλουν ψώνια, θέλουν να μιλήσουν με τις φίλες τους. Πώς να ζήσουν εδώ στην ερημιά;» Ο κ. Φωτόπουλος γελά όταν μας ακούει να μιλάμε για γυναίκες. «Σε όσες έχω πει τι δουλειά κάνω με ερωτεύονται. Υπάρχει ένα μυστήριο εδώ που τις τραβάει», λέει.
Ο μισθός των φαροφυλάκων φτάνει τα 1.200 ευρώ το μήνα. Εκτός από βάρδιες σε ακρωτήρια, αναλαμβάνουν τη συντήρηση και επισκευή διαύλων και άλλων φωτοσημαντήρων σε πλωτές σημαδούρες ή βραχονησίδες τις οποίες προσεγγίζουν με τα πλοία της Υπηρεσίας Φάρων. «Για να κάνεις αυτή τη δουλειά θέλει αντοχές», λέει ο κ. Ανέλλος. «Τα ταξίδια συντήρησης διαρκούν 25- 35 μέρες ανάλογα με τον καιρό. Ανεβαίνουμε στα βράχια με μπαταρίες. Τρώμε πολύ ήλιο».
Η μοναξιά
Με το που φτάνει το απόγευμα ο κ. Φωτόπουλος διαβάζει το βιβλίο «Ο Λύκος της Σπάρτης», του Αντώνη Αντωνιάδη. Ο κ. Ανέλλος κάθεται σε ένα βράχο και κοιτάζει τα πλοία που περνούν. «Ανακαλύπτεις τον εαυτό σου εδώ. Μπορεί να σου φαίνεται σαν απομόνωση, εγώ όμως θα βγω έξω, θα κοιτάξω το απέραντο γαλάζιο και θα γευστώ τι εστί πραγματικά ζωή», λέει. «Υπάρχουν βέβαια και στιγμές που φτάνεις στα όριά σου. Αλλά σου δίνουν δύναμη να ανέβεις ένα σκαλοπάτι παραπάνω. Μέσα από τη θλίψη της μοναξιάς ανακαλύπτεις τον εαυτό σου καλύτερα».
Στα δεξιά του, σε μια μικρή γούβα που κάνει το βουνό οι δύο φαροφύλακες καίνε τα σκουπίδια τους. Ό,τι περισσεύει από τα αποκαΐδια το μαζεύουν σε σακούλες και το πετούν μόλις λήξει η βάρδιά τους. Απέναντι από το φάρο βρίσκεται μια βραχονησίδα που δεν διακρίνεται με γυμνό μάτι. Ονομάζεται Βελοπούλα, αλλά όπως λέει ο κ. Φωτόπουλος οι φαροφύλακες την αποκαλούν «Παραπόλα». «Όταν πήγαινε μια βάρκα να φέρει προμήθειες στον φαροφύλακα τον ρωτούσαν τι θέλει. Και αν έκανε άσχημο καιρό αυτός τους φώναζε “Παρ’ απ’ όλα”. Έτσι έμεινε και τ’ όνομα».
Το φανάρι

Το φανάρι είναι το τελευταίο σήμα της τεχνολογίας και ο φαροφύλακας Ανδρέας Ανέλλος πρέπει να φροντίζει να μένει αναμένο. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

Λίγο πριν τις επτά ένας φωτεινός κύκλος τρέχει την πλαγιά. Σαράντα εννιά σκαλοπάτια και μια γαλάζια σκάλα οδηγούν στο φανάρι. Βρισκόμαστε στα 40 μέτρα από τη θάλασσα. Το φανάρι ενεργοποιείται με φωτοκύτταρο. Μόλις χαθεί το φως του ήλιου, ο φάρος τίθεται σε λειτουργία. Το σύστημα είναι αυτόματο και δεν χρειάζεται τον ανθρώπινο παράγοντα. Οι φαροφύλακες είναι εκεί για να διορθώσουν βλάβες και να κρατήσουν στη ζωή το κτίριο. «Το φανάρι είναι το τελευταίο σήμα της τεχνολογίας. Αν δεν υπάρχει ανθρώπινη παρουσία θα πέσει. Μόνο το ότι συντηρούμε το μέρος, το επισκευάζουμε, ανοίγουμε τα παράθυρα, το κρατάμε ζωντανό. Άμα υπάρχουν φάροι θα υπάρχουν και φαροφύλακες», λέει ο κ. Φωτόπουλος.
Οι φάροι άρχισαν να κατασκευάζονται στην Ελλάδα μετά την επανάσταση του 1821. Στην αρχή λειτουργούσαν με πετρέλαιο και για την αναλαμπή χρησιμοποιούσαν μηχανή ωρολογιακού τύπου που κουρδίζοταν από τον φαροφύλακα. Το φως τους έφτανε σε απόσταση 15-25 ναυτικών μιλίων. Από το 1915 λειτουργούν οι φάροι ασετυλίνης που πλέον είναι αυτόματοι. Το 1980 μετατρέπονται σε ηλιακούς. Συλλέγουν την ηλιακή ακτινοβολία με κάτοπτρα και μπορούν να αποθηκεύσουν ενέργεια για 15 μέρες σε συσσωρευτές, εφόσον επικρατούν δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
Νεράιδες και φαντάσματα
Στην επίσκεψή μας όμως στο φάρο του Καβομαλιά οι συνθήκες είναι ιδανικές. Η θάλασσα λάδι. Οι δύο φαροφύλακες ετοιμάζουν τη ψησταριά για το βραδυνό μας. Συνήθως τρώνε πιο λιτά: ρύζι ή μακαρόνια που τα σπάνε με τόνο ή φακόρυζο, ένα μείγμα από φακές, ρύζι και πατάτες. Απόψε όμως θέλουν να μας φιλέψουν κρέας στα κάρβουνα. Καθόμαστε γύρω από ένα τραπέζι σε ένα δωμάτιο με γυμνούς τοίχους. Στην 20 ιντσών τηλεόραση παίζει με χιονάκια η «Αθλητική Κυριακή».
«Όταν σε βλέπουν απ’ έξω σχηματίζουν άλλη εντύπωση», λέει ο κ. Ανέλλος όταν παρητηρώ ότι η βάρδια στο φάρο θυμίζει περίοδο διακοπών. «Ο κόσμος θεωρεί το διαφορετικό ως ιδανικό. Πώς όταν είσαι παντρεμένος χρόνια και βλέπεις μια άλλη γυναίκα και την ποθείς; Έτσι είναι και εδώ. Νομίζουν ότι καθόμαστε εδώ όλη μέρα, την αράζουμε και καλοπερνάμε. Αλλά δεν είναι πάντα έτσι. Δεν είναι πάντα εύκολα».
Στα μεσάνυχτα μάς ανοίγουν δύο ράντσα για να κοιμηθούμε. Δεν έχουμε μαξιλάρια ή σεντόνια. Με το που κλείνουν τα φώτα, στο απόλυτο σκοτάδι, θυμάμαι τις ιστορίες που μας είπαν οι φαροφύλακες στο δείπνο. Οι ντόπιοι λένε ότι στο ακρωτήριο του Μαλέα ζουν νεράιδες. Πανέμορφες κοπέλες που πέθαναν νέες. Κατεβαίνουν κάθε νύχτα το βουνό ντυμμένες στα λευκά και τραγουδούν σε μεθυστικό σκοπό. Δεν πρέπει να τους μιλήσεις, προειδοποιούν οι ντόπιοι, γιατί τότε θα σου κλέψουν τη μιλιά.

(Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ, «Ταχυδρόμος», στις 23 Ιουλίου 2011)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: