Γιαννης Παπαδοπουλος

Μετανάστες για δεύτερη φορά

In Ρεπορτάζ on Αύγουστος 5, 2011 at 6:35 πμ

Η Κωνσταντίνα Μπέλο επέστρεψε στην Αλβανία από την Ελλάδα και άνοιξε το δικό της μαγαζί. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

Ήρθαν στην Ελλάδα αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Τώρα, η κρίση τους αναγκάζει να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, την Αλβανία. Έπειτα από χρόνια στην ξενιτιά η τοπική κοινωνία τους υποδέχεται νευρικά και μαζεμένα. Μια φορά ξένος, για πάντα ξένος.

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Γιάννης Παπαδόπουλος

Η φωνή του δεν ακουγόταν. Έπαιζε ένα παιχνίδι στον υπολογιστή, όρθιος. Το κεφάλι του ίσα που ξεπερνούσε το γραφείο. Κανονικά έπρεπε να είναι στο σχολείο. Στην πρώτη δημοτικού. Ο Ερρίκος όμως δεν άντεξε πάνω από είκοσι μέρες στο νέο του περιβάλλον. Έκλαιγε συχνά. Είχε μάθει διαφορετικά από τα άλλα παιδιά στην τάξη. Εκείνα ήταν πιο άγουρα, πιο εκδηλωτικά, ίσως και λίγο απότομα. Οι γονείς του αποφάσισαν να διακόψει τη φοίτηση και να συνεχίσει του χρόνου, όταν θα έχει εγκλιματιστεί στη νέα του ζωή. Στα έξι του, ο Ερρίκος έχει γίνει μετανάστης. Από την Ελλάδα, στην Αλβανία.
Η μητέρα του, Αμαλία Πετσούνη, ομογενής από το Αργυρόκαστρο, είχε ακολουθήσει μαζί με τον αδερφό της, Αλέξη, αντίστροφο δρομολόγιο το 1997. Έζησε στα Τρίκαλα και στην Αθήνα. Πήγε σε ελληνικό σχολείο, δούλεψε σε εργαστήριο ζαχαροπλαστικής και αργότερα σε σουπερμάρκετ, ώσπου αποφάσισε πριν από τρεις μήνες μαζί με τον άντρα της, Έντι Μούστα, και τον αδερφό της, να επιστρέψουν στους Άγιους Σαράντα για να ανοίξουν τη δική τους επιχείρηση, ένα μαγαζί με ηλεκτρολογικά είδη. Οι γονείς της δεν ακολούθησαν. Τους κράτησε στην Ελλάδα η δουλειά. Εργοδηγός ο πατέρας, καθαρίστρια η μητέρα. Στον καιρό της κρίσης, ο επαναπατρισμός για τους Αλβανούς μετανάστες είναι -κυρίως- υπόθεση των νέων.
Τον τελευταίο χρόνο ο αλβανικός νότος υποδέχεται και πάλι τα παιδιά του. Τα μειωμένα μεροκάματα, το υψηλό κόστος ζωής και η ανεργία στην Ελλάδα αναγκάζουν 30άρηδες μετανάστες να επιστρέψουν στην πατρική γη. Εκεί μπορούν να επενδύσουν λιγότερο κεφάλαιο στο νέο τους ξεκινήμα. Να γίνουν από υπάλληλοι, αφεντικά. Να νοικιάσουν ένα δυάρι με 110 ευρώ το μήνα. Μια πολλά υποσχόμενη επάνοδος που κρύβει όμως το τίμημα της αποδοχής. Οι επαναπατρισθέντες καλούνται να απογαλακτιστούν από την ελληνική νοοτροπία και να ζήσουν στη χώρα που γεννήθηκαν, αλλά δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν.
ΝΕΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ

Ο Έντι Μούστα με τη γυναίκα του και τον γιο του στο σπίτι τους στους Άγιους Σαράντα. Το νέο ξεκίνημα είναι δύσκολο. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

«Είναι δύσκολο. Δεν έχουμε φίλους εδώ. Έχουμε χάσει κάθε επαφή και είμαστε αγχωμένοι αν θα πετύχει η επιχείρησή μας», λέει ο 33χρονος Έντι Μούστα.   Προσπάθησε και στην Ελλάδα να ανοίξει δικό του μαγαζί. Ένα τυροπιτάδικο στο Κουκάκι. Ζητούσαν όμως 75.000 ευρώ αέρα για ένα χώρο 40 τ.μ. με νοίκι 650 ευρώ το μήνα. Στους Άγιους Σαράντα επένδυσε μαζί με το γαμπρό του 35.000 ευρώ για το νέο μαγαζί. Χτίζει σπίτι στο Δέλβινο και από το μπαλκόνι του διαμερίσματός του έχει πιάτο όλη την πόλη και στο βάθος την Κέρκυρα, μία μόλις ώρα μακριά με το καράβι.
Τα τελευταία χρόνια οι Άγιοι Σαράντα βρίσκονται σε οργασμό ανοικοδόμησης. Σε γειτονιές που το 2009 δεν υπήρχαν καν δρόμοι, σήμερα έχουν σηκωθεί επταώροφες πολυκατοικίες. Στημένες αμφιθεατρικά γύρω από το λιμάνι. Είναι τόσο φρέσκες που σε ορισμένες μυρίζεις ακόμα τον ασβέστη. Τόσες πολλές που νομίζεις ότι οι ντόπιοι έβαλαν στοίχημα να κρύψουν στη σκιά των σπιτιών τους τη φτώχεια που βίωσαν στα παιδικά τους χρόνια.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, η Αλβανία είναι μια από τις πιο φτωχές χώρες της Ευρώπης με κατά κεφαλήν ΑΕΠ 30 φορές χαμηλότερο σε σύγκριση με της Ελλάδας και ανεργία στο 14%. Μέσα σε μια δεκαετία (1991- 2001) ένας παχύσαρκος δημόσιος τομέας με 850.000 υπαλλήλους μειώθηκε κατά τρία τέταρτα. Η μετανάστευση ήταν η μόνη λύση αφού ο ιδιωτικός τομέας παρακολουθούσε αμήχανα τις εξελίξεις και οι προσφερόμενες θέσεις εργασίας ήταν λιγότερες από τη ζήτηση. Ελλάδα και Ιταλία έγιναν οι πιο δημοφιλείς προορισμοί.
Ο κ. Μούστα έφυγε από την Ελλάδα για να γλιτώσει από την κρίση. Ωστόσο αυτή φαίνεται να πλησιάζει και τους Άγιους Σαράντα. Όπως λένε επιχειρηματίες της περιοχής, παλιότερα οι μετανάστες που έρχονταν για διακοπές τους έδιναν δουλειά για δύο μήνες. Τώρα είναι πιο σφιχτοί στα έξοδά τους. Το 2009 το συνάλλαγμα που έστελναν οι Αλβανοί μετανάστες στην πατρίδα τους έπεσε στα 780 εκατομμύρια ευρώ από 833 εκατομμύρια το 2008.
Δεν υπάρχει επίσημη καταγραφή όσων έχουν επιστρέψει στην Αλβανία. Ωστόσο τα στοιχεία της δημοτικής αρχής των Αγίων Σαράντα δίνουν μια εικόνα. Μέσα στη διετία 2008- 2010 άνοιξαν στην περιοχή 145 νέες επιχειρήσεις. Όπως εξηγούν οι αρμόδιοι, οι περισσότερες επιχειρήσεις ανήκουν σε μετανάστες που έχουν επιστρέψει από Ελλάδα ή Ιταλία. Έρευνα της Παγκόσμιας Τράπεζας το 2007, αναφέρει ότι για κάθε χρόνο παραμονής ενός Αλβανού μετανάστη Ελλάδα αυξάνονται κατά 7% οι πιθανότητες να ανοίξει δική του επιχείρηση στην πατρίδα του.
Μια από αυτές τις επιχειρήσεις είναι το συνεργείο αυτοκινήτων των Ζέρα Αρμπέν και Χρήστου Μπότσαρη. «Γίναμε μετανάστες για δεύτερη φορά», λέει ο κ. Μπότσαρης, ομογενής που έφτασε στην Ελλάδα το 1991 με τους γονείς του. Έζησε στο Σοφικό Κορινθίας. Παράτησε το σχολείο στο δημοτικό. Αργότερα δούλεψε σε συνεργείο. «Τελευταία δεν είχε δουλειά. Ο μάστορας χρωστούσε παντού. Πώς να το κρατήσει;», λέει. Ο συνέταιρός του, Αρμπέν, έμαθε και αυτός τη δουλειά στην Ελλάδα. Φοράει μπλε φόρμα και έχει μουντζουρώσει τα χέρια του με γράσο. Είναι σκυμμένος πάνω από μια Chrysler Crossfire. Στο συνεργείο του περιμένουν να αναστηθούν μια BMW X5 και ένα Audi A6. «Πάμε καλά εδώ. Στην Ελλάδα δεν είχαμε τόσους πελάτες», λέει. Έχει οκτώ μήνες που επέστρεψε στην Αλβανία. Αλλά επισκέπτεται κάθε Σαββατοκύριακο την Κέρκυρα. Ενώ οι περισσότεροι νέοι μετανάστες αφήνουν στην Ελλάδα τους γονείς τους, αυτός αποχαιρέτησε τη γυναίκα του. Ελληνίδα που εργάζεται ως λογίστρια. «Αν η δουλειά αποκτήσει σταθερότητα μπορεί να την φέρω εδώ», λέει.
ΜΟΝΑΞΙΑ
Μόνη αισθάνεται στην πατρίδα της και η Κωνσταντίνα Μπέλο. «Τα αδέρφια μου, οι συγγενείς μου, όλοι είναι στην Ελλάδα. Νιώθω μετανάστρια στη χώρα μου. Μόνο αν γυρίσουν όλοι θα είμαστε καλά», λέει. Κατάγεται από την Κορυτσά. Βρέθηκε στην Ελλάδα το ’91. Και επέστρεψε πριν από έξι μήνες στην Αλβανία. Έχει ζαχαροπλαστείο στους Άγιους Σαράντα, με ντόπια και ελληνικά γλυκά. «Ήρθαμε γιατί έμεινε άνεργος ο άντρας μου. Εδώ με δυο τούρτες βγαίνει το ψωμί», λέει.
Η κ. Μπέλο είχε όνειρο να γίνει ζαχαροπλάστης. Αν και συνήθως οι μετανάστες κυνηγούν τις φιλοδοξίες τους στο εξωτερικό, οι επαναπατρισθέντες του αλβανικού νότου μαθαίνουν να ονειρεύονται ξανά στην Αλβανία. Όπως κάνει ο 35χρονος Αουρέλ Ράμπι. Όταν πέρασε τα σύνορα το ’97 βρισκόταν στο δεύτερο έτος της μαθηματικής σχολής. Παράτησε τις σπουδές για να βρει δουλειά στην Ελλάδα. Ξεκίνησε ως βοηθός αλουμινά στο Κορωπί και συμπλήρωσε δέκα χρόνια στο πλευρό του. Σήμερα έχει ανοίξει αντίστοιχο μαγαζί στους Άγιους Σαράντα. Αλλά σκέφτεται να επιστρέψει στο πανεπιστήμιο. «Θέλω να πάω ξανά. Είναι το όνειρό μου. Δεν ήθελα να γίνω αλουμινάς», λέει.
Για τον κ. Ράμπι και για τους περισσότερους Αλβανούς μετανάστες οι λόγοι του ξενιτεμού ήταν οικονομικοί. Υπήρχαν κι άλλοι όμως που αναγκάστηκαν να αφήσουν μια πλούσια ζωή για να επενδύσουν σε ένα αβέβαιο μέλλον. Η Φατιόνα Μίχο έφυγε από τη Σκόδρα το ’97, στα 10 της, μία ώρα πριν κλείσουν τα σύνορα. Η μητέρα της χρειαζόταν μόσχευμα και το σύστημα υγείας της Αλβανίας δεν μπορούσε να την εξυπηρετήσει. Η οικογένεια έμεινε στη Νίκαια και η κ. Μίχο πήγε μετά το σχολείο σε σχολή κομμωτικής. Έχει οκτώ μήνες τώρα στους Άγιους Σαράντα, όπου έφτιαξε το δικό της κομμωτήριο.
«Ο πατέρας μου δούλευε στο θέατρο και είχε άλλες τρεις δικές του επιχειρήσεις στην πόλη. Η μητέρα μου ήταν υπεύθυνη σε εργοστάσιο. Ήμασταν καλά οικονομικά. Στην Ελλάδα δεν είχαμε τίποτα. Ο πατέρας μου σήμερα κουβαλάει φέρετρα στο νεκροταφείο», λέει η κ. Μίχο.
Η δουλειά της στην Αλβανία πάει καλά. Το νοίκι για το χώρο είναι 420 ευρώ και η πελατεία σταθερή. Στην Ελλάδα, ως υπάλληλος, αμοιβόταν με 650 ευρώ το μήνα. Τελευταία φορά που επέστρεψε στη Νίκαια ήταν για τέσσερις μέρες τον Ιανουάριο, για να δει τους δικούς της. «Κατάλαβα ότι έκανα καλά που έφυγα στην Αλβανία», λέει.  «Δεν μ’ άρεσε αυτό που συνάντησα. Κλειστά μαγαζιά, οι άντρες χωρίς δουλειά, όλοι να μιλούν για την κρίση. Αυτή δεν είναι η Ελλάδα που γνώρισα».

(Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 5 Αυγούστου 2011)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: