Γιαννης Παπαδοπουλος

Οι γείτονες της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης

In Ρεπορτάζ on Αύγουστος 11, 2011 at 7:41 μμ

Στην Άμφισσα ξεκίνησε η ψυχιατρική μεταρρύθμιση πριν από δύο δεκαετίες. Σήμερα μένουν εκεί πρώην έγκλειστοι ψυχιατρίων. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

Κάποτε ήταν οι αζήτητοι. Ξεχασμένοι στους θαλάμους ψυχιατρείων, εκεί όπου η όψη τους δεν θα δοκίμαζε τα φοβικά σύνδρομα της άγνοιας. Έπειτα από χρόνια εγκλεισμού αρκετοί επέστρεψαν στην κοινωνία. Σήμερα έχουν γείτονες, δουλειές και φίλους. Οι σκέψεις τους δεν είναι η μόνη τους συντροφιά.

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Γιάννης Παπαδόπουλος
Το περιβόλι τους βρίσκεται εκεί όπου ο Παρνασσός ανταμώνει τη Γκιώνα. Είκοσι λεπτά ποδαρόδρομος από το κέντρο της Άμφισσας, σε μια πλαγιά που μυρίζει χαμομήλι. Οκτώ άντρες τσαπίζουν τη γη, κουρέβουν τα αγριόχορτα, ποτίζουν τη σοδειά τους. Κάθε τόσο σταματούν. Στέκουν ασάλευτοι. Ταξιδεύουν στους λαβύρινθους του νου. Ένας θυμάται κάποιο παλιό, δημοτικό τραγούδι: «Παν’ τα νιάτα/ Παν’ τα νιάτα/ Τα ‘φαγε μια μαυρομμάτα/ Μαυρομμάτα, μαυρομμάτα/ Όμορφη και διπλωμάτα/ Συ μου μάρανες τα νιάτα». Φορά λευκό καπέλο, μπλε ζακέτα και έχει ανεβάσει το παντελόνι της φόρμας του αρκετά πιο πάνω από τη μέση. Τον λένε Θανάση και ένα μεγάλο μέρος της ζωής του το πέρασε στο ψυχιατρείο της Λέρου.
Μετρά είκοσι χρόνια στο χωράφι, στην Άμφισσα, στη νέα του ζωή. Από εδώ, τον τόπο καταγωγής του, ξεκίνησε -για πρώτη φορά στην Ελλάδα- το 1981 ο ψυχίατρος Παναγιώτης Σακελλαρόπουλος την αποασυλοποίηση των ψυχικά ασθενών. Πρώτο βήμα ήταν η δημιουργία μιας κινητής μονάδας που περιέθαλπτε στα σπίτια τους όσους είχαν ανάγκη. Το 1984 το οικοτροφείο και τα πρώτα ημιαυτόνομα διαμερίσματα υποδέχονται τροφίμους ψυχιατρείων με σκοπό την κοινωνική τους επανένταξη. Το 1989 φτάνουν και οι πρώτοι ασθενείς από τη Λέρο. Δώδεκα στο σύνολο. Από αυτούς σήμερα ζουν οι έξι. Άλλοι πέθαναν, κάποιοι επέστρεψαν στις οικογένειές τους. Όσοι έφτασαν από το νησί ήταν από τα πιο δύσκολα περιστατικά. Για χρόνια, η Λέρος συγκέντρωνε τις πιο βαριές μορφές ψυχώσεων. Τη δεκαετία του ’60, μια υπογραφή του κοινοτάρχη, ή η έλλειψη πολιτικού μέσου μπορούσε εύκολα να στείλει κάποιον εκεί.
Η ομάδα της Εταιρείας Κοινωνικής Ψυχιατρικής και Ψυχικής Υγείας Φωκίδας έπρεπε να τους μάθει βασικές δεξιότητες τις οποίες είχαν χάσει μέσα στο ίδρυμα. Όπως θυμάται η Αγγελική Καράμπελα, διοικητικά υπεύθυνη της εταιρείας, οι ασθενείς έτρωγαν μόνο με τα χέρια, δεν ήξεραν πώς να κοιμούνται σε κρεβάτι, ένας από αυτούς αντί να μιλάει γρύλλιζε. Χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια για να πει ξανά τις πρώτες λέξεις. Στη Λέρο, κυκλοφορούσαν γυμνοί, τους είχαν χορηγηθεί υπερβολικές ποσότητες φαρμάκων και είχαν υποστεί αμέτρητα ηλεκτροσόκ. Δεν είχαν χαρτιά, ταυτότητες, ληξιαρχικές πράξεις γέννησης. Άγνωστη η ηλικία τους. Κάποιοι είχαν γεννηθεί στο ψυχιατρείο. Παιδιά ασθενών. Οι περισότεροι είχαν μείνει στάσιμοι στο παρελθόν. Μετρούσαν ακόμα με το δράμι, έλεγαν ότι θα ψηφίσουν πολιτικούς που είχαν πεθάνει. Λες και σταμάτησε γι’ αυτούς ο χρόνος όταν άνοιξαν οι πύλες του ψυχιατρείου. «Ακόμα και εμένα να κλείσουν σε άσυλο και δεν μου δώσουν τη δυνατότητα να μιλάω ή να έχω ασχολίες, θα γίνω ένα αγρίμι», λέει η Χριστίνα Ζαχαροπούλου, η ψυχίατρος που τους παρακολουθεί στην Άμφισσα.
Σήμερα, οι ασθενείς της Λέρου μένουν μαζί με άλλα άτομα που βρίσκονταν στο Δαφνί, το Δρομοκαΐτειο ή την Τρίπολη σε ένα οικοτροφείο και σε επτά ημιαυτόνομα διαμερίσματα στην Άμφισσα. Καλλιεργούν για μία ώρα κάθε πρωί ένα κτήμα που παραχωρήθηκε από το δήμο. Έχουν οργανωθεί σε Κοινωνικό Συνεταιρισμό Περιορισμένης Ευθύνης, όπως προβλέπεται από το νόμο για τη ψυχιατρική μεταρρύθμιση, και δουλεύουν στο «Πράσινο Σπίτι», το μοναδικό μαγαζί με βιολογικά προϊόντα που λειτουργεί στην πόλη. Σε κάθε ασθενή αντιστοιχούν δύο πρόσωπα αναφοράς (νοσηλευτές, κοινωνικοί λειτουργοί ή ψυχολόγοι). Η φαρμακευτική αγωγή έχει μειωθεί. Επισκέπτονται μουσεία και κάθε καλοκαίρι κάνουν διακοπές στη θάλασσα. Την αλλαγή τη βλέπεις στο χαμόγελο τους και τη ζωηράδα των ματιών τους. Στόχος ήταν σύμφωνα με τον κ. Σακελλαρόπουλο να «αντικατασταθούν τα δεσμά με ανθρώπινους δεσμούς».

ΤΟ ΣΠΙΤΙ. Μετά την επίσκεψη στο χωράφι ακολουθούμε την ομάδα σε ένα από τα ημιαυτόνομα διαμερίσματα. Η πόρτα του είναι ξεκλείδωτη. Ψηλοτάβανο, με τρία δωμάτια και ένα μεγάλο καθιστικό. Πέντε άτομα ζουν εδώ. Ο κ. Γιάννης, ένας από τους ψυχικά ασθενείς, μας συναντά εκεί. Φτάνει με ταξί. Σπάνια δουλεύει στο χωράφι. Προτιμά να διαβάζει. Στη βιβλιοθήκη του ανάμεσα σε δεκάδες εικόνες αγίων έχει από κόμικς μέχρι λεξικό φιλοσοφικών όρων και συγγράματα για την εξωτερική πολιτική της Κίνας. Παίζει βιολί και θαυμάζει τα έργα του Μπαχ. Όταν τον βλέπουμε φορά σακάκι και πουκάμισο. Έχει μακριά, ανάκατα μαλλιά, λευκή γενειάδα και δύο μοναχικά πάνω δόντια. Η γλυκιά φωνή του τρέχει με πάθος μικρού παιδιού. «Έχουμε ψυχολόγους να μας φροντίζουν γιατί εμείς οι ψυχοπαθείς είμαστε τόσο αφηρημένοι που δεν μπορούμε να συντηρηθούμε», λέει. «Ούτε τη ζάχαρη από το τραπέζι μπορούμε να καθαρίσουμε. Μας θυμίζουν όμως να πλύνουμε τα πιάτα, να απλώσουμε τα ρούχα, να μαγειρέψουμε».
Στην κουζίνα ο κ. Κώστας ετοιμάζει σπανακόρυζο. Σε ένα πίνακα ανακοινώσεων δίπλα του κρέμεται το πρόγραμμα της ημέρας με τις δουλειές του σπιτιού που θα αναλάβει κάθε συγκάτοικος. Πριν εκδηλωθεί η νόσος ο κ. Κώστας δούλευε στη νηματουργία. Είχε γυναίκα και δύο παιδιά. Στο δωμάτιό του κρέμεται η φωτογραφία από το γάμο του γιού του. Όταν φεύγουμε δίνει στη ψυχολόγο Μαρία Τσαλαπατάνη έναν ασημένιο σταυρό που αγόρασε με τα λεφτά του. «Μου θυμίζεις την κόρη μου», της λέει.
ΑΠΟΔΟΧΗ. Οι υπεύθυνοι του προγράμματος προσπαθούν να φέρουν ξανά σε επαφή τους ασθενείς με τις οικογένειές τους. Δεν πετυχαίνουν πάντα. Εκτός από την απόρριψη οι ψυχωσικοί ασθενείς αντιμετωπίζουν τα δικά τους άγχη. Ζουν διαρκώς μέσα στο φόβο. Μπορεί να νομίζουν ότι τους παρακολουθούν ή ότι τους καταδιώκουν. Στις κουβέντες που είχαμε μαζί τους ένας έλεγε ότι έκανε θαύματα. Όπως εξηγεί η κ. Ζαχαροπούλου, «μπερδεύουν το λογικό με το παράλλογο, ακούν φωνές ή βλέπουν πράγματα που δεν υπάρχουν. Έχουν μια γεννετική προδιάθεση στη νόσο και την εκδηλώνουν συνήθως μετά από έντονα ψυχοτραυματικά γεγονότα στην εφηβεία ή το στρατό».
Περίπου 30.000 Έλληνες πάσχουν από σχιζοφρένεια. Ωστόσο, παρά τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις που λαμβάνει η χώρα από το 1984 η ψυχιατρική μεταρρύθμιση δεν έχει προχωρήσει όσο θα έπρεπε. Ο κ. Σακελλαρόπουλος λέει ότι τα περισσότερα κέντρα ψυχικής υγείας που λειτουργούν σήμερα είναι υποστελεχωμένα. «Μπορεί στο Δαφνί να μειώθηκαν οι ασθενείς κατά 30%, αλλά παράλληλα αυξήθηκαν οι ιδιωτικές κλινικές. Το κόστος του σχιζοφρενούς μεταφέρθηκε από την ευθύνη του δημοσίου στις οικονομικές δυνατότητες των οικογενειών». Στην Άμφισσα, η περίθαλψη κάθε ασθενούς που ζει σε προστατευόμενα διαμερίσματα στοιχίζει σύμφωνα με τον κ. Σακελλαρόπουλο 105 ευρώ την ημέρα. Η χρηματοδότηση της δομής γίνεται από την πολιτεία.
Η αποδοχή των ψυχικά ασθενών στην Άμφισσα δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Χρειάστηκαν τέσσερις μήνες διαλόγου σε πλατείες και σχολεία τη δεκαετία του ΄80 ανάμεσα στον κ. Σακελλαρόπουλο και την τοπική κοινωνία για να ξεθωριάσει το στίγμα του «τρελού». Και πάλι δεν έλλειψαν οι αντιδράσεις. Κατά καιρούς ένοικοι πολυκατοικιών αρνούνταν να γειτονέψουν με τα διαμερίσματα της Εταιρείας Ψυχικής Υγείας.
Σήμερα, στην πόλη των 9.000 κατοίκων, ασθενείς και μη περπατούν στα ίδια στενά, κάθονται μαζί στα καφενεία και στις κερκίδες του Φωκικού, της ποδοσφαιρικής ομάδας. Ένας αποφοίτησε από το σχολείο δεύτερης ευκαιρίας. Άλλος παίζει στη θεατρική ομάδα του δήμου.
Η Άμφισσα είναι παραδοσιακά εργατική πόλη. Οι κάτοικοί της πέρασαν από την κωδωνοποιΐα, τη σχοινοποιΐα και τη βυρσοδεψία στην εξόρυξη βωξίτη και την καλλιέργεια της ελιάς. Σήμερα, έχουν αγκαλιάσει την αποασυλοποίηση. Η κ. Καράμπελα, διοικητικά υπεύθυνη της Εταιρείας Ψυχικής Υγείας, ήταν στο σχολείο ακόμη όταν ο κ. Σακελλαρόπουλος ξεκινούσε τη μεταρρύθμιση. Από το 1987 μετέχει κι αυτή στο πρόγραμμα. Ο Νεκτάριος Φασίτσας, απασχολεί εθελοντικά εδώ και ένα χρόνο στο καφενείο του τον Κωνσταντίνο. Όταν είχε πρωτοέρθει στην Άμφισσα ο Κωσταντίνος ήταν υπερκινητικός, απρόσιτος. Τώρα έχει ηρεμήσει. Μας σερβίρει, κάθεται μαζί μας στο τραπέζι. Μας μιλά, έστω και δειλά.
Αυτή τη συστολή προσπαθεί να σβήσει η δασκάλα μουσικής Ελένη Ιντέρνου. Πίσω από το πατρικό της βρίσκεται το πρώτο σπίτι που φιλοξένησε τους ψυχικά ασθενείς. Στον αρραβώνα της τους είχε καλέσει. «Δεν γινόταν να γλεντάει η γειτονιά και να μην είναι και αυτοί μέσα», λέει. Από πέρσι δέχεται αφιλοκερδώς στη σχολή της ψυχικά ασθενείς και τους μαθαίνει να τραγουδούν. «Στην αρχή κάποιοι ήταν διστακτικοί. Δεν έβγαζαν τα μπουφάν τους. Δεν αναγνώριζαν τη φωνή τους. Έχω βάλει στόχο να τραγουδήσουν με θάρρος. Αν έχεις εμπιστοσύνη στη φωνή σου αποδέχεσαι πολλά απ’ τον εαυτό σου», λέει. Δίπλα της ο κ. Κώστας ετοιμάζεται να πει το «Μήλο μου κόκκινο». Ισιώνει το κορμί. Η φωνή του πατάει στις νότες. Μόλις πει τον τελευταίο στίχο ένα πλατύ χαμόγελο ανασηκώνει το λευκό του μουστάκι. «Αν δεν ήταν ο κ. Σακελλαρόπουλος δεν θα ήμουν στη ζωή», λέει.

(Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 10 Ιουλίου 2011)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: