Γιαννης Παπαδοπουλος

«Καρότσι μπίζνες» στους δρόμους της κρίσης

In Ρεπορτάζ on Δεκέμβριος 20, 2011 at 10:41 πμ

Μετανάστες κουβαλούν σε καρότσια από σούπερ μάρκετ μέταλλα και παλιές ηλεκτρικές συσκευές για να τα πουλήσουν σε μάντρα στο Βοτανικό. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

Ξεκινούν για το κυνήγι του μετάλλου μόλις χαράξει, σπρώχνοντας σε καροτσάκια σουπερμάρκετ τη σοδειά τους. Χωρίς νόμιμα χαρτιά παραμονής και άλλες ευκαιρίες απασχόλησης όλο και περισσότεροι μετανάστες στην Αθήνα ζουν ανακυκλώνοντας τα σκουπίδια της

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Τους χωρίζουν λίγα μέτρα απ’ το χαρτζιλίκι της ημέρας. Οι δύο άντρες με τα εφηβικά μουστάκια έχουν σκεβρώσει πάνω από ένα στραπατσαρισμένο πλυντήριο. Το κοπανούν με σφυρί και κατσαβίδι για να απογυμνώσουν το μεταλλικό σκελετό από την πλαστική του σάρκα. Στα πόδια τους βίδες και ελατήρια. Απέναντί τους άλλοι δύο τεμαχίζουν με χαρτοκόπτες το περίβλημα ενός θερμοσίφωνα. Με κάθε στριγκλιά του λεπιδιού στη λαμαρίνα βλέπεις κι ένα καρότσι σουπερμάρκετ να τρεκλίζει πλάι τους. Με κάθε γδούπο ξεπροβάλλει κάποιο άλλο. Μοιάζει με παρέλαση παλιοσίδερων σε ένα δρόμο που κάποτε μονοπωλούσαν τα φορτηγά μεταφορικών εταιρειών. Έχει επτά μήνες που περνούν από εκεί. Με τον καιρό όλο και περισσότεροι. Είναι μετανάστες χωρίς νόμιμα έγγραφα και άδειες παραμονής που συλλέγουν μέταλλα από τα σκουπίδια και τα πωλούν σε μάντρες του Βοτανικού και του Ταύρου.

Φωτογραφία: Enri Canaj

Μέχρι να κρυφτεί ο ήλιος μια από αυτές τις μάντρες υποδέχεται τους συλλέκτες μετάλλων κατά δεκάδες. Σπρώχνουν το καρότσι τους σε μια ζυγαριά όπου άλλοτε τσιγγάνοι αλβανικής και ελληνικής καταγωγής ανέβαζαν τα τρίκυκλα με τη δική τους σοδειά. Το βάρος αναγράφεται σε έναν ηλεκτρονικό πίνακα. Αδειάζουν το καρότσι, το ζυγίζουν ξανά (συνήθως είναι στα 20-25 κιλά) και ο μαντράς κάνει το λογαριασμό. «Τζαμάλ, φίνις;» ρωτάει έναν μετανάστη. Μιλάει σε όλους πίσω από κάγκελα. Μπροστά του έχει μια λίστα με ονόματα, κιλά και τιμές. Δίπλα του μια σακούλα κέρματα. Ένα κιλό σίδερο αποτιμάται στα 0,20 ευρώ. Ένα κιλό χαλκός στα τρία ευρώ. Το μεγαλύτερο ποσό που έχει δώσει σε κάποιον μετανάστη όταν βρισκόμαστε εκεί είναι 37 ευρώ. «Κυκλοφορούν όλη μέρα σαν τα μυρμήγκια. Καθαρίζουν την Αθήνα από τα σκουπίδια της», λέει καθώς ρουφάει το τσιγάρο, κάνει άλλη μια σούμα, πληρώνει έναν ακόμη. Αν προσθέσεις στο σκηνικό τα λερωμένα απ’ τη σκουριά χέρια των μεταναστών, και τους μεταλλικούς λόφους είναι λες και βρίσκεσαι σε χρηματιστήριο σκουπιδιών. Μέχρι που στη μάντρα μπαίνει ο ανταγωνιστής τους, ένα γυαλισμένο Opel Astra με παλιοσίδερα στα πίσω καθίσματα και στη θέση του συνοδηγού. Έτσι βγάζει εδώ και τρία χρόνια, παράλληλα με τη δουλειά στην οικοδομή, ένα επιπλέον μεροκάματο ο Βαγγέλης Ζώτος. «Τώρα μαζεύω λιγότερα», λέει. «Εδώ και επτά μήνες μας τρώνε τη δουλειά. Τους βλέπω και στη γειτονιά μου. Δέκα σε έναν κάδο σα να ‘χουν σκύψει πάνω από καζάνι με φαγητό».

Δείτε το φωτορεπορτάζ: http://www.vuvox.com/collage_express/collage.swf?collageID=04da2b6dd3

Το αποκαλούν «καρότσι μπίζνες». Είναι ο μόνος τρόπος για αρκετούς παράνομα διαμένοντες μετανάστες να βγάλουν χρήματα στην Αθήνα. Οι περισσότεροι που κάνουν αυτή τη δουλειά κατάγονται από το Μπαγκλαντές. Εργάζονται σε δυάδες. Ο ένας αναμοχλεύει μέσα στους κάδους συνήθως με κάποιο μεταλλικό άγκιστρο και ο άλλος φυλάει το καρότσι με την πραμάτεια. Δουλεύουν 12 ώρες τη μέρα. Ξεκινούν στις έξι το πρωί και συνήθως μέχρι τις τέσσερις πρέπει να παραδώσουν στις μάντρες. Και υπολογίζουν πως διανύουν με τα πόδια μέχρι και 30 χιλιόμετρα στη βάρδιά τους. Λιγοστοί από αυτούς μαζεύουν και χαρτιά. Ίσως είναι οι πιο απελπισμένοι. Το κιλό κοστίζει μόλις 0,05 λεπτά. «Δεν μας είναι απαραίτητοι, κάνουμε τη δική μας διαλογή», λέει ο Κώστας Ζαμινός, ένας από τους παλιότερους χαρτάδες, με μαγαζί που κλείνει έναν αιώνα ζωής στην οδό Πειραιώς. Καθημερινά θα περάσουν από εκεί τουλάχιστον πέντε μετανάστες με χαρτόκουτες, περιοδικά και εφημερίδες.

Η αστυνομία δεν συλλαμβάνει τους συλλέκτες μετάλλων και χαρτιού καθώς δεν είναι αδίκημα να σπρώχνεις καρότσι σουπερμάρκετ στο δρόμο. Επιλέγουν αυτή τη λύση αντί να αγοράσουν τρίκυκλο γιατί εκείνο χρειάζεται άδειες και έγγραφα που δεν διαθέτουν. Στο δρόμο για μια μάντρα στο Βοτανικό ο Ασάν, ανοίγει το πορτοφόλι του, και από τη θήκη όπου έχει τη φωτογραφία της κόρης του ξεδιπλώνει ένα έγγραφο. Είναι η απόφαση απέλασής του. Έπρεπε να είχε φύγει για το Μπαγκλαντές τον περασμένο Ιούνιο.

Φωτογραφία: Enri Canaj

Η ΒΑΣΗ ΤΩΝ ΣΥΛΛΕΚΤΩΝ. Μια από τις βάσεις των συλλεκτών μετάλλων βρίσκεται σε πολυκατοικία στο κέντρο της Αθήνας. Ο ακάλυπτος είναι γεμάτος με πάνω από είκοσι καροτσάκια. Κάποια είναι ασφαλισμένα με αλυσίδες για να μην τα αρπάξει άλλος. Τα περισσότερα έχουν κλαπεί από σουπερμάρκετ. Άλλα τα έχουν ανασύρει από χωματερές και τα έχουν ανακατασκευάσει. Ορισμένοι, όπως ο Τζαμάλ Χουσεΐν, φαίνεται πως έχουν εξαπατηθεί. Αγόρασε, όπως λέει, το δικό του καρότσι με 10 ευρώ από έναν Πακιστανό που έκανε πρωτύτερα αυτή τη δουλειά. Με μόλις δύο μήνες παραμονής στην Ελλάδα ο Χουσεΐν δεν είχε μάθει ακόμα τους κανόνες του επαγγέλματος. Ο συμπατριώτης του, Αμίν Τίτο, έχει ένα μήνα παραπάνω στην ελληνική πρωτεύουσα. Στο Μπαγκλαντές ήταν ηλεκτρολόγος. Εδώ δεν είχε πολλές επιλογές. «Μου είχαν πει στην πατρίδα μου πως στην Ελλάδα υπάρχουν δουλειές με μισθό 1.000 ευρώ το μήνα», λέει σε σπαστά αγγλικά. «Τους πίστεψα. Πλήρωσα 5.000 ευρώ για να φτάσω εδώ, αλλά δουλειές δεν βρήκα. Δεν έχω άλλη επιλογή από το καρότσι. Μόνο για να πληρώσω το φαγητό μου». Ο Τίτο ζει σε αυτή τη βάση των συλλεκτών. Μια παλιά βιοτεχνία που έχει μετατραπεί σε κυψέλη ανθρώπων. Οι κάτοικοί της φτάνουν τους 150. Από αυτούς, όπως μας λένε, οι 10 έχουν πόστα σε φανάρια (όπου πουλάνε χαρτομάντιλα ή καθαρίζουν παρμπρίζ), οι 50 δεν εργάζονται και οι υπόλοιποι κυνηγούν τα σκραπ στις γειτονιές της πόλης. Πληρώνουν κάθε μήνα σε συμπατριώτη τους 200 ευρώ για φαγητό και νοίκι. Η αστυνομία έχει μπει τρεις φορές στην πολυκατοικία τους, λέει ο Τίτο. Τους έχει συλλάβει επειδή δεν είχαν χαρτιά και τους έχει αφήσει και πάλι ελεύθερους με αποφάσεις απέλασης που δεν έχουν εκτελεστεί. Και τις τρεις φορές συνεργεία του δήμου έχουν μαζέψει τα παλιοσίδερα που είχαν στοιβάξει στο φωταγωγό οι μετανάστες για να τα οδηγήσουν έπειτα σε πιστοποιημένους χώρους ανακύκλωσης. «Χαμένα μεροκάματα», σχολιάζει ο Τίτο.

«Δεν είμαι ενάντια στην προσπάθεια αυτών των ανθρώπων να βγάλουν μεροκάματο», παρατηρεί ο αντιδήμαρχος καθαριότητας Ανδρέας Βαρελάς. Ωστόσο προσθέτει ότι «η διαδικασία με τα καροτσάκια δεν εξυπηρετεί την ανακύκλωση. Συλλέγονται μεταξύ άλλων κουτιά με χρώματα ή φυτοφάρμακα και καταλήγουν συχνά σε παράνομα χυτήρια χωρίς τον απαραίτητο έλεγχο». Τα συνεργεία του δήμου Αθηναίων έχουν μαζέψει από τις αρχές Σεπτεμβρίου μέχρι σήμερα πάνω από 500 τόνους σκραπ. Συνεργάζονται με 640 επιχειρήσεις εστίασης της πόλης για παράδοση γυάλινων συσκευασιών, ενώ οι κίτρινοι κάδοι για τη συλλογή χαρτιού έχουν τοποθετηθεί σε 157 σημεία της πόλης. Πέρσι πάντως μόλις το 10% των απορριμμάτων που παρήγαγε ο δήμος Αθηναίων ανακυκλώθηκε.

ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ. «Οι μετανάστες με τα καροτσάκια δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο», παρατηρεί ο αντιδήμαρχος και αναφέρει το παράδειγμα στελέχους της τοπικής αυτοδιοίκησης που αντίκρισε παρόμοιες εικόνες στο Μπιλμπάο της Ισπανίας. Ο βρετανός φωτογράφος Τσάρλι Μαχόνεϊ επιβεβαιώνει με το φακό του αυτή τη μαρτυρία. Από το 2007 απαθανατίζει μετανάστες από την υποσαχάρια Αφρική που αναζητούν σκραπ στους κάδους της Βαρκελώνης. «Έφταναν κατά χιλιάδες στα Κανάρια νησιά. Κρατούνταν σε ειδικά κέντρα για 30- 40 μέρες και μετά τους έστελναν αεροπορικώς στις μεγάλες πόλεις μέχρι να βρουν τρόπο να τους προωθήσουν στις πατρίδες τους», λέει σε τηλεφωνική μας συνομιλία. Μια ιστορία που θυμίζει ό,τι γίνεται σήμερα στον Έβρο. Μόνο που εκεί, αντί για αεροπορικά εισιτήρια οι μετανάστες επιβιβάζονται σε λεωφορεία και εγκλωβίζονται έπειτα στην Αθήνα. Οι συλλέκτες μετάλλων στη Βαρκελώνη έβγαζαν τις καλές εποχές σύμφωνα με τον Μαχόνεϊ κοντά στα 50 ευρώ τη μέρα. Σήμερα όμως ο ανταγωνισμός έχει αυξηθεί. Η οικονομική κρίση που δυναστεύει τον ευρωπαϊκό νότο φούσκωσε την ανεργία στην Ισπανία και πλέον οι αφρικανοί συλλέκτες βρίσκουν όλο και πιο συχνά στα πόστα τους μετανάστες από χώρες της ανατολικής Ευρώπης.

Ο ανταγωνισμός είναι έντονος και στην Ελλάδα. Ο 22χρονος Αμίν Τίτο παραπονιέται για τον ποδαρόδρομο και τα πονεμένα του γόνατα. Λέει ότι τελευταία πρέπει να καλύψει μεγαλύτερη απόσταση για να βρει ανέγγιχτο κάδο. Όσο βρίσκεται όμως στη χώρα παράνομα δεν έχει εναλλακτικές. «Δεν θέλω να κλέψω. Το έγκλημα δεν είναι κομμάτι της κουλτούρας του λαού μου», τονίζει. «Το καρότσι είναι ό,τι έχω. Αν τύχει και η αστυνομία μου το πάρει κι αυτό δεν θα φάω μια μέρα, θα πεινάσω την επομένη, θα είμαι άσχημα για μια βδομάδα. Μετά, δεν ξέρω τι θα κάνω».

(Το παραπάνω ρεπορτάζ δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 19 Δεκεμβρίου 2011)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: