Γιαννης Παπαδοπουλος

«Έζησα με τους άθλιους της Γερμανίας»

In Συνεντεύξεις on Ιανουαρίου 6, 2012 at 10:24 μμ

Ο Γερμανός δημοσιογράφος και συγγραφέας Γκίντερ Βάλραφ μεταμφιεσμένος σε Αφρικανό μετανάστη για τις ανάγκες μιας έρευνάς του.

Ο γερμανός δημοσιογράφος Γκίντερ Βάλραφ, ο οποίος το 1974 αλυσοδέθηκε στο Σύνταγμα για να διαμαρτυρηθεί κατά της χούντας, τα τελευταία χρόνια μεταμφιέζεται και τρυπώνει σε χώρους εργασίας που τσακίζουν κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Γιάννης Παπαδόπουλος, Δημήτρης Δουλγερίδης
Ενιωθε σαν να τον είχαν στριμώξει σε κλουβί ορνιθοτροφείου με ακουστικά. Ηταν φρέσκος υπάλληλος σε εταιρεία διαχείρισης τηλεφωνικών κλήσεων και προώθησης προϊόντων όπου το προσωπικό εκπαιδευόταν στην τέχνη του ψέματος. Τον είχαν δασκαλέψει να καθοδηγεί τον πελάτη από την πρώτη πρόταση. Πραγματοποιούσε πάνω από 90 κλήσεις καθημερινά. Δεν πληρωνόταν τις υπερωρίες και γινόταν μάρτυρας ταπεινωτικών πρακτικών από τους προϊσταμένους. Οταν κάποιος πωλητής κόμπιαζε, οι ανώτεροι βλαστημούσαν πάνω από το κεφάλι του ή τον τσιμπούσαν με μια βελόνα πλεξίματος στα πλευρά για να ξυπνήσει και να γίνει περισσότερο αποδοτικός. Και σε εκείνον που έκλεινε τα λιγότερα συμβόλαια επεφύλασσαν την «ποινή της ορθοστασίας». Επρεπε να συνεχίσει τις κλήσεις του όρθιος. Σαν τον μαθητή που μπαίνει τιμωρία στη γωνία. Αυτές οι εταιρείες δεν εκπαίδευαν απλά τα μέλη τους σε «καταρτισμένους απατεώνες», αλλά τους συμπεριφέρονταν μέσα στον εργασιακό χώρο σαν σκουπίδια. Ο Γκίντερ Βάλραφ δεν είχε ανάγκη αυτή τη δουλειά όπως οι άλλοι συνάδελφοί του. Δεν χρειαζόταν άμεσα χρήματα για να καλύψει δάνεια, οικογενειακές υποχρεώσεις, ή να ξεφύγει από την ανεργία. Είχε διεισδύσει σ’ αυτήν και σε άλλες αντίστοιχες εταιρείες ως εργαζόμενος για να αποκαλύψει αθέμιτες πρακτικές και την καταστρατήγηση εργασιακών δικαιωμάτων. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε. Επί χρόνια ο γερμανός δημοσιογράφος μεταμφιέζεται για να ξεμασκαρέψει την κοινωνία. Υποδύεται ρόλους και γίνεται κομμάτι της ιστορίας. Πρώτα ζει και μετά γράφει.
Το τελευταίο βιβλίο του Βάλραφ «Από τον θαυμαστό καινούριο κόσμο» (εκδόσεις Τόπος) που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα τον Νοέμβρη περιγράφει την αθέατη πλευρά του γερμανικού θαύματος. Τρυπώνει σε χώρους εργασίας με πενιχρά ημερομίσθια, τσακισμένη περηφάνια, ανύπαρκτους κανόνες υγιεινής ή ασφάλειας. Εκεί όπου απομυζούνται πολλοί για να πλουτίσουν οι λίγοι. Πέρα από τις τηλεφωνικές εταιρείες, ο Βάλραφ ζει για ένα διάστημα σε άσυλο αστέγων και διαπιστώνει ότι συχνά το κράτος πρόνοιας κλείνει πόρτες σε όσους έχουν ανάγκη. Δουλεύει με το κατώτερο μεροκάματο σε εταιρεία που φτιάχνει ψωμάκια για τα Lidl. Γράφει για τους κακοπληρωμένους εργαζόμενους σε φημισμένο εστιατόριο υψηλής γαστρονομίας και μεταμφιέζεται σε μαύρο μετανάστη για να ξεμπροστιάσει τις ρατσιστικές εμμονές συμπατριωτών του. Τη στιγμή που η Γερμανία διαχειρίζεται το οικονομικό μέλλον της ευρωζώνης, ο Βάλραφ μας επιτρέπει να κοιτάξουμε πίσω από τη βιτρίνα του γερμανικού καπιταλισμού.
«Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε στη Γερμανία ότι οι εργαζόμενοι χάνουν τα δικαιώματά τους και οδηγούνται βήμα βήμα στην εξαθλίωση. Η κοινωνία συνολικά ολοένα και φτωχαίνει», λέει ο 70χρονος δημοσιογράφος σε τηλεφωνική μας συνομιλία από την Κολωνία. «Αρκεί να σας πω ότι το 10% του πληθυσμού έχει στα χέρια του το 65% του πλούτου. Η πλειονότητα κατέχει το 1%. Επτά εκατομμύρια ζουν από μικροδουλειές που δεν αρκούν για να θρέψουν ένα σπίτι. Στις υπηρεσίες και στα νοσοκομεία οι εργαζόμενοι όχι μόνο παίρνουν χαμηλούς μισθούς, αλλά χάνουν και τον σεβασμό των υπολοίπων. Η κοινωνία είναι διαιρεμένη όχι σε τάξεις αλλά σε κάστες. Ορισμένοι κάνουν ήδη λόγο για την κάστα των »καταδικασμένων»».
Για τον Βάλραφ, Γερμανία και Ευρώπη μπορούν να πετύχουν πολλά μαζί αν αλλάξουν τη «μονεταριστική νοοτροπία τους». «Οφείλουμε να δώσουμε περισσότερες ευκαιρίες στη νεότερη γενιά της Ενωσης για να ζήσει σε μια πιο δημοκρατική κοινωνία, με μεγαλύτερη αλληλεγγύη, και να μη σκέφτεται μόνο την καριέρα», λέει. «Δεν είμαι εναντίον του κράτους ή των τραπεζών, με την έννοια ότι είμαι γέννημα – θρέμμα της ίδιας κοινωνίας. Ανεξάρτητα από το τι πιστεύει κανείς, η ανάδειξη των τραπεζιτών αποτελεί πιο ειλικρινή εικόνα από το να λέμε ότι όλα ρυθμίζονται από την πολιτική».
Στο βιβλίο του ο Βάλραφ γίνεται μέλος της «κάστας των καταδικασμένων». Πιάνει δουλειά σε βιομηχανία που φουρνίζει ψωμάκια για αλυσίδα σούπερ μάρκετ. Το ωρομίσθιο είναι 7,66 ευρώ μεικτά (καθαρά μένουν λιγότερα από 6). Οταν η αλυσίδα χρειάζεται περισσότερα ψωμάκια, η παραγωγή εντατικοποιείται. Οι εργάτες δουλεύουν αδιάκοπα επί δύο και τρεις εβδομάδες χωρίς ρεπό. Κάποιοι συμπληρώνουν 420 ώρες τον μήνα. Οταν πάλι δεν υπάρχει ζήτηση, κάθονται σπίτι τους αμισθί. Τα μηχανήματα στις εγκαταστάσεις όπου δουλεύει ο Βάλραφ είναι ημιθανή και επικίνδυνα. Στα τοιχώματά τους έχει φωλιάσει μούχλα. Η πολυχρησία καθιστά τον καθαρισμό τους πολυτέλεια. Γι’ αυτά τα ψωμάκια, όπως γράφει, το σούπερ μάρκετ πληρώνει 0,49 ευρώ και πουλάει κάθε συσκευασία προς 1,05 ευρώ.
ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. «Ολα όσα περιγράφω στο βιβλίο μου είναι συνέπειες της παγκοσμιοποίησης και προφανώς δεν αφορούν ένα ή δύο ευρωπαϊκά κράτη. Φαντάζομαι ότι και στην Ελλάδα τα επιχειρηματικά trust λειτουργούν με όρους ολιγαρχίας» παρατηρεί ο Βάλραφ. Η Ελλάδα δεν του είναι άγνωστη. Στη συνομιλία μας αναφέρει τις γνωριμίες του με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, «έναν συντηρητικό πολιτικό με ανθρωπιστικό πνεύμα», τον ποιητή Γιάννη Κουτσοχέρα και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ενας από τους καλύτερούς του φίλους είναι ο έλληνας σκηνοθέτης Παγώνης Παγωνάκης με τον οποίο γύρισαν το «Schwarz auf Weiss» («Μαύρο σε άσπρο»), με τον Βάλραφ να διανύει 6.000 χιλιόμετρα μέσα στη Γερμανία μεταμφιεσμένος σε σομαλό μετανάστη.
Η σχέση του με τη χώρα μας ξεκινά πολλά χρόνια πριν από αυτή τη συνεργασία. Τον Μάιο του 1974 ο Βάλραφ αλυσοδέθηκε στο Σύνταγμα διαμαρτυρόμενος για το δικτατορικό καθεστώς. Συνελήφθη και καταδικάστηκε σε 14 μήνες φυλάκιση. Απελευθερώθηκε μετά την πτώση της χούντας. «Ευτυχώς η Ελλάδα δεν διατρέχει τέτοιον κίνδυνο σήμερα και δεν χρειάζονται αντίστοιχες ενέργειες», λέει όταν τον ρωτάμε αν θα επαναλάμβανε αυτή τη διαμαρτυρία με αφορμή ίσως την οικονομική κρίση. Ούτε οι σκηνές των «Αγανακτισμένων» πάντως στην ίδια πλατεία θα περιλαμβάνονταν στις επιλογές του. «Θα προτιμούσα να διαλέξω εγώ τη μέθοδο αντίδρασης σε ό,τι με καταπιέζει. Πιστεύω περισσότερο στο παράδειγμα του Γκάντι ή του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, οι οποίοι δεν έκαναν πίσω προκειμένου να διαδώσουν τις ιδέες τους», λέει.
Η οικονομική ύφεση όμως οδηγεί ξανά αρκετούς Ελληνες στις πλατείες του εξωτερικού. Στον ιερό ναό Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στο Μόναχο ο ιερέας Πέτρος Κλιτς υποδέχεται τους τελευταίους μήνες νέους γκασταρμπάιτερ που αναζητούν δουλειά και στέγη. «Η Γερμανία δεν θα υπήρχε όπως την ξέρουμε χωρίς τους μετανάστες της. Και αυτό δεν αφορά μόνο την οικονομική ανάπτυξη, αλλά και τη διαμόρφωση της κουλτούρας της συνολικά, ειδικά μετά το 1960», παρατηρεί ο Βάλραφ. Κι αν όπως προσθέτει οι ομοεθνείς του έβλεπαν τους έλληνες μετανάστες υπό το πρίσμα της φολκλορικής εικόνας των «Ελλήνων με τις ταβέρνες» και των σκληρών συνθηκών εργασίας, εκείνοι που περνούν πιο δύσκολα είναι οι τούρκοι γκασταρμπάιτερ. «Αντιμετωπίζονταν πάντα ως μετανάστες ενός κατώτερου θεού, καταδικασμένοι σχεδόν σε μια φτώχεια δεύτερης και τρίτης γενιάς», εξηγεί ο δημοσιογράφος.
Τι εικόνα όμως έχουν οι Γερμανοί για τους Ελληνες εκτός των συνόρων τους; Ο Βάλραφ με λύπη του παρατηρεί τον Τύπο στη χώρα του – και ειδικά την εφημερίδα «Bild» – να σταμπάρουν τον ελληνικό λαό με το στίγμα του «τεμπέλη». «Εντυπα όπως η «Bild», που απηχούν την κοινή γνώμη, έχουν καταφέρει να αλλάξουν την παλιά καλή εικόνα της Ελλάδας. Στη θέση της »χώρας του πολιτισμού» με την ιστορική πορεία επικρατεί δυστυχώς το κλισέ του »τρελού Ελληνα». Η διαρκής προπαγάνδα με τους εμπρηστικούς χαρακτηρισμούς δυσκολεύει το έργο όλων όσων θα ήθελαν να εργαστούν ώστε να αποκατασταθεί μια κουλτούρα αλληλοκατανόησης ανάμεσα στα δύο κράτη», επισημαίνει ο Βάλραφ. Το 1977 είχε πραγματοποιήσει ο ίδιος μυστικές έρευνες στην «Bild». Εργαζόμενος στο γραφείο σύνταξης της εφημερίδας είχε αποκαλύψει πώς το προσωπικό της κατασκευάζει την πραγματικότητα. «Μοιάζει με Kinder έκπληξη», λέει σήμερα για το γερμανικό έντυπο. «Εχει μέσα διασκέδαση, ανθρώπινο δράμα, σεξ, εγκλήματα, ένα πακέτο που απευθύνεται στα χαμηλότερα ένστικτα. Και ενώ τα θέματα είναι τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, μοιάζουν σε ένα: υπαγορεύονται όλα από την ανάγκη να φέρουν »αίμα». Σαν να υπάρχει μια ντιρεκτίβα που καθορίζει τον τρόπο του ρεπορτάζ και του γραψίματος».
Η ΚΡΙΤΙΚΗ. Και ο Βάλραφ όμως έχει δεχτεί κριτική για τις μεθόδους του. «Κάποιος μιλάει πάλι για εμάς αλλά όχι με εμάς» είχε δηλώσει στο περιοδικό «Spiegel» η Ταχίρ Ντέλα, εκπρόσωπος της οργάνωσης Πρωτοβουλία των Μαύρων στη Γερμανία όταν ο δημοσιογράφος είχε μεταμφιεστεί σε σομαλό μετανάστη. Ακόμα κι αν ντύνει τα έργα του με συνεντεύξεις ή καμουφλάρει την προσωπικότητά του υποδυόμενος άλλους, δεν παύει να είναι αυτός ο πρωταγωνιστής. Θα μπορούσε κάποιος να τον κατηγορήσει για ματαιοδοξία, όπως έχει συμβεί. Οταν ο δημοσιογράφος γίνεται κομμάτι της ιστορίας, είναι εύκολο να αποδυναμωθεί το θέμα του και να μετατραπεί ο ίδιος σε θέαμα. «Μόνο έτσι μπορούσα να προσεγγίσω ερευνητικά κάποιο ζήτημα. Ηθελα να ζω τα πράγματα για να παίρνω θέση, όπως έκανα όταν ντύθηκα Αλί (σ.σ. τούρκος εργάτης)», επιμένει ο Βάλραφ. «Κι όμως είμαι πολύ κακός ηθοποιός. Ενας καλλιτέχνης παίζει τον ρόλο του και ύστερα φεύγει. Εγώ κρατάω κάτι από τον ρόλο που υποδύομαι, ακόμη κι όταν ολοκληρωθεί η έρευνα». Τον ρωτάμε τι ρεπορτάζ θα πραγματοποιούσε αυτή την περίοδο στην Ελλάδα. «Θα ήθελα να φτάσω κοντά στα κέντρα λήψης αποφάσεων που ρυθμίζουν τις τύχες της Ευρώπης. Θα ήταν ο μόνος τρόπος να πλησιάσω την ολιγαρχία» απαντά.
Τις ημέρες που στην Ελλάδα γινόταν συζήτηση για την πιθανότητα διενέργειας δημο-ψηφίσματος ο Βάλραφ είδε φωτογραφίες του Γιώργου Παπανδρέου. Χωρίς μασκαρέματα και μακιγιάζ οι δύο άνδρες μοιάζουν φυσιογνωμικά. «Τον βρήκα συμπαθή και ειλικρινή ως άνθρωπο βλέποντας αυτές τις εικόνες», λέει ο δημοσιογράφος για τον πρώην πρωθυπουργό. «Ισως, σαν αστείο, με μια μεταμφίεση θα μπορούσα να τον θυμίσω»

(Η παραπάνω συνέντευξη δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 23 Δεκεμβρίου 2011)

Advertisements
  1. Επάνω στο θέμα του ρατσισμού προτίμησα να γυρίσω μια μαύρη κωμωδία μικρού μήκους ταινία. Ισως να προκαλεσει αντιδράσεις ή ακόμα και απογοητεύσεις αλλά αξίζει να διαβάσει κανείς την περιγραφή και την εξήγηση της ταινίας στην επίσημη σελίδα στο facebook.

    Ζουάν – Καρμική Εκδίκηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: