Γιαννης Παπαδοπουλος

Μια ιστορία ανάπτυξης

In Ρεπορτάζ on Δεκέμβριος 4, 2012 at 4:37 μμ

 

 

Φωτογραφία: Enri Canaj

Φωτογραφία: Enri Canaj

Χωρίς επιδοτήσεις, αλλά με πολύ μεράκι, μια ομάδα χωριανών από την Κρήτη έβαλε τον τόπο της στον τουριστικό χάρτη, δημιούργησε νέες θέσεις εργασίας και διέσωσε μια κοινωνία από τη συρρίκνωση

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Γιάννης Παπαδόπουλος

Ενας γέροντας του χωριού έχει πιάσει στασίδι ολημερίς σε μια γωνιά της ταβέρνας. Σιωπηλός, με το βλέμμα στα αυτοκίνητα που ανηφορίζουν στον Βάμο. Μοιάζει να τα μετρά, σαν να συλλογίζεται τα χρόνια που πέρασαν. Χρόνια ανάπτυξης για έναν τόπο που κάποτε κινδύνεψε με συρρίκνωση. Ενα χωριό που θα ξεχνιόταν μαζί με τους ηλικιωμένους του, τελικά αναστήθηκε. Ηταν μια ανέλπιστη εξέλιξη χωρίς σχέδιο και επιδοτήσεις αλλά με πολύ μεράκι. Ολα άρχισαν σε αυτήν εδώ την ταβέρνα, σε κάποιο διπλανό τραπέζι. Εκεί όπου γύρω από την τσικουδιά γεννιούνται ιδέες και σφραγίζονται συμφωνίες.
«Στην αρχή, μας έλεγαν κουζουλούς. Δείξαμε όμως ότι υπάρχει μέλλον στα χωριά, αρκεί κάποιοι άνθρωποι να πάρουν πρωτοβουλίες», λέει ο Νίκος Φραντζεσκάκης, συνταξιούχος της ΔΕΗ και μέλος μιας παρέας 50άρηδων (σήμερα), πρώην αποδήμων, οι οποίοι αναμόρφωσαν το χωριό. Οι προσπάθειές τους άρχισαν το 1995. Φίλοι και συγχωριανοί, χορτασμένοι από τη ζωή στην Αθήνα, επέστρεψαν στις ρίζες τους. Αναπαλαίωσαν ερειπωμένα σπίτια και τα μετέτρεψαν σε ξενώνες. Δημιούργησαν μια βιοτεχνία παραγωγής τοπικών προϊόντων. Διοργάνωσαν πολιτιστικές εκδηλώσεις. Οι επεμβάσεις τους έβαλαν τον Βάμο στον τουριστικό χάρτη, γέννησαν νέες θέσεις εργασίας, παρακίνησαν και άλλους ντόπιους να διαφυλάξουν την κληρονομιά τους.

ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ. Μισή ώρα δρόμο από τα Χανιά, σκαρφαλωμένος σε γλυκές πλαγιές, ο Βάμος ατενίζει από τον 16ο αιώνα τα Λευκά Ορη. Αρχικά χρησίμευε ως τόπος ανταλλαγής προϊόντων. Από τα βουνά έφερναν γάλα και κρέας. Από τη θάλασσα ψάρια και αλάτι. Αργότερα έγινε διοικητικό κέντρο της επαρχίας Αποκορώνου, με ειρηνοδικείο, σταθμό χωροφυλακής, ταχυδρομείο και Αγροτική Τράπεζα. Τη δεκαετία του ’80 όμως φυλλορροεί πληθυσμικά, όταν το ΠΑΣΟΚ διορίζει αφειδώς κόσμο στις ΔΕΚΟ. Οι μόνιμοι κάτοικοί του πέφτουν κάτω από τους 600. Τα πατρικά τους σπίτια ρημάζουν.

Λίγα χρόνια αργότερα, από ένα γινάτι, ο Βάμος γίνεται συναυλιακός προορισμός. Επειτα από παράκληση ντόπιων φίλων του ο στιχουργός Λευτέρης Παπαδόπουλος μεσολαβεί και για πέντε καλοκαίρια, από το ’82 και μετά, εμφανίζονται στο χωριό όλα τα μεγάλα ονόματα της εποχής εκτός από τους Θεοδωράκη και Χατζιδάκι. Τον Βάμο επισκέπτονται μεταξύ των άλλων ο Γιάννης Μαρκόπουλος, η Μαρία Φαραντούρη, ο Γιώργος Νταλάρας, ο Μανώλης Μητσιάς. Οι επισκέπτες έφταναν τους 60.000 όσο διαρκούσαν οι συναυλίες. «Τα φώτα όμως έσβηναν ύστερα από τρεις ημέρες. Το χωριό ξεχνιόταν. Στόχος μας ήταν να ανάβουμε ένα ένα φως και να το κρατάμε ανοιχτό», λέει ο Νίκος Φραντζεσκάκης.
Ο Νίκος Φραντζεσκάκης, ένας από τους πρωτεργάτες της προσπάθειας στον Βάμο (Φωτογραφία: Enri Canaj)

Ο Νίκος Φραντζεσκάκης, ένας από τους πρωτεργάτες της προσπάθειας στον Βάμο (Φωτογραφία: Enri Canaj)

ΟΙ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ. Η πρώτη τους παρέμβαση έγινε με την αγορά της παλιάς – μοναδικής τότε – ταβέρνας του χωριού, η οποία ήταν κλειστή για πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του ιδιοκτήτη. Ο Σπύρος Φραντζεσκάκης ανέλαβε τη διαχείρισή της. Είχε σπουδάσει διοίκηση επιχειρήσεων, είχε διατηρήσει και δικό του λογιστικό γραφείο στην Αθήνα. Μοναδική σχετική εμπειρία, ένα μπαράκι που είχε κάποτε στα Πατήσια. Παρελθόν που φαίνεται σήμερα στην κοτσίδα του, τον ήρεμό του τόνο και στις μουσικές ανάπαυλες με τζαζ στα λαϊκά τραγούδια που συνήθως ακούγονται στο μαγαζί του.

Ακολούθησε η αναστήλωση των πατρικών εστιών καθώς μαζί με το φαγητό έπρεπε να προσφέρεται στους επισκέπτες και στέγη. Η παρέα των ντόπιων πήρε τραπεζικά δάνεια (δεν έχουν αποπληρωθεί όλα) και ανέδειξε την παλιά γειτονιά. Τα ερείπια με τις σαπισμένες στέγες και τους ραγισμένους τοίχους μετατράπηκαν σε πετρόκτιστα αρχοντικά. Συνολικά λειτουργούν σήμερα 35 παραδοσιακοί ξενώνες στο χωριό και τη γύρω περιοχή. Ο οικοδομικός οργασμός αποδεικνύεται από την έκδοση 4.500 αδειών στη χερσόνησο μετά τα μέσα του ’90. Ο Μιχάλης Φλεμετάκης, παλιός ναυτικός, αποφάσισε τότε να πατήσει στη στεριά και να ανασυστήσει την οικογενειακή επιχείρηση πέτρας. Το παράδειγμα της παρέας ακολούθησαν και άλλοι ντόπιοι που είτε έκτισαν καινούργια σπίτια είτε αναπαλαίωσαν άλλα χωρίς να παρεκκλίνουν από τη λιτή αρχιτεκτονική του χωριού. «Γύρισα στον τόπο μου για να βάλω και εγώ ένα λιθαράκι. Ηταν μια ευκαιρία να δουλέψω», λέει ο κ. Φλεμετάκης. Σήμερα απασχολεί 12 άτομα προσωπικό, όλοι ντόπιοι.
«Θέλαμε να δώσουμε επαγγελματική προοπτική στους εαυτούς μας και σε άλλους», λέει ο Γιώργος Χατζηδάκης, πρώην καθηγητής Μαθηματικών και πρωτεργάτης της προσπάθειας στον Βάμο. Πλέον απασχολείται αποκλειστικά με το κομμάτι του αγροτουρισμού. Οπως τονίζει, τρία χρόνια μετά την κατασκευή των πρώτων ξενώνων η παρέα προσπάθησε να ενταχθεί στο πρόγραμμα Leader ΙΙ και να εξασφαλίσει κοινοτική χρηματοδότηση. Ο προϋπολογισμός τους κρίθηκε μεγάλος, η πρότασή τους ήταν 120 εκατ. δραχμές και η Αναπτυξιακή θα διέθετε συνολικά για την περιοχή 350 εκατ.
«Μας έκοψαν τα μικροσυμφέροντα», λέει ο κ. Χατζηδάκης. «Προτίμησαν να μοιράσουν το πακέτο σε πολύ μικρά κομμάτια για να εξασφαλίσουν ψήφους, παρά να στηρίξουν ένα εγχείρημα που θα απορροφούσε το 1/3 των χρημάτων». Θα μπορούσε η παρέα των Βαμιανών να οργανωθεί σε συνεταιρισμό. Προτίμησε τελικά τη μορφή της Ανώνυμης Εταιρείας. Παρότι τα μέλη της ήταν εκπρόσωποι μιας πολιτικοποιημένης γενιάς, μυημένοι όπως λένε στις αφισοκολλήσεις, δεν ήθελαν να μπλέξουν με μικροκομματικά συμφέροντα. «Το τοπίο εδώ είναι σκληρό και όμορφο όπως και η ζωή. Σαν το κοιτάς μαθαίνεις να βλέπεις πιο καθαρά», λέει ο κ. Χατζηδάκης.

ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ. Εστω και χωρίς κρατική αρωγή ο Βάμος ορθοπόδησε. Οι τουρίστες φτάνουν τους 5.000 κάθε σεζόν, το 75% των κρατήσεων γίνονται μέσω Διαδικτύου. Η Ελένη Νίκα μετακόμισε εδώ από την Αθήνα για να αναλάβει το τουριστικό γραφείο του χωριού. Ηταν και μια ευκαιρία να εργαστεί στο αντικείμενό της αφού έχει σπουδάσει μάρκετινγκ. «Το χωριό δεν αλλάζει με το που φεύγει ή έρχεται ο τουρίστας. Ολοι διαπλέκονται μεταξύ τους. Η ζωή συνεχίζεται εδώ», λέει.
Αυτή ήταν και η ιδέα των πρωτεργατών: οι ντόπιοι να είναι και ξεναγοί. Οι τουρίστες δεν απομονώνονται σε κάποια μακρινή μονάδα. Τα μπαλκόνια τους γειτνιάζουν με αυτά των χωριανών. Στο διάβα τους δέχονται προτροπές για «τσέρασμα». Δοκιμάζουν τα κρασιά τους, ρωτούν και σημειώνουν το όνομα του τραγουδιστή όταν στην ταβέρνα παίζει Μητροπάνο, αφουγκράζονται τη ζωή στην ύπαιθρο. Εκεί όπου μόνη σκοτούρα μπορεί να είναι ο συννεφιασμένος ουρανός ή ο ακάματος νοτιάς που σηκώνει σκόνη, φέρνει ζέστη και δοκιμάζει την υπομονή των ντόπιων.

Συνοδοιπόρος η αγγλική παροικία

Η ανάκαμψη του Βάμου δεν έθελξε στην κρητική γη μόνο απόδημους νέους, αλλά και αρκετούς ξένους που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην ευρύτερη περιοχή. Εκατοντάδες Αγγλοι έχτισαν ή αγόρασαν σπίτια εκεί. Ενας από αυτούς, ο Τζόναθαν Ποτς, είναι ο χασάπης του Βάμου. Τα τρία του παιδιά φοιτούν στο σχολείο του χωριού.
Επισκέφτηκε το μέρος έπειτα από προτροπή του παππού του ο οποίος είχε πολεμήσει στα γύρω βουνά στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μαγεύτηκε από τη φύση και την ασφάλεια. Μετακόμισε μαζί με την οικογένειά του στο χωριό και έγινε συνοδοιπόρος στις προσπάθειες των ντόπιων για ανάπτυξη. «Είναι ωραίο μέρος για να μεγαλώνεις τα παιδιά σου, μακριά από την εγκληματικότητα», λέει. «Η μόνη δυσκολία που αντιμετώπισα ήταν στο άνοιγμα της επιχείρησης. Χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια για να ξεμπερδέψω με τη γραφειοκρατία. Απ’ όσο ξέρω πρέπει να είμαι ο μοναδικός ξένος χασάπης σε όλη την Ελλάδα».
Το τοπίο και οι ρυθμοί ζωής κέρδισαν και το ζευγάρι των Φιλ και Φραντζέσκα Χάρισον. Μουσικός εκείνος, ζωγράφος και διακοσμήτρια εσωτερικών χώρων εκείνη, πούλησαν το διαμέρισμά τους στο Λονδίνο και αγόρασαν ένα σπίτι κοντά στον Βάμο. Σήμερα οργανώνουν πολιτιστικές εκδηλώσεις στην περιοχή που απευθύνονται στους ντόπιους αλλά και στον ξένο πληθυσμό.
«Οταν εγκατασταθήκαμε είχε ήδη αρχίσει η ανάπτυξη. Φαινόταν ότι πρόκειται για ανοιχτόμυαλους ανθρώπους με καινοτόμες ιδέες. Εφτιαξαν ένα μέρος που απευθύνεται σε όσους ψάχνουν την παραδοσιακή κρητική εμπειρία», λένε. Αυτή την εμπειρία μοιράζονται ως κάτοικοι πλέον και οι ίδιοι, στο πλευρό των ντόπιων, γύρω από καζάνια που καπνίζουν για να βγάλουν το γλυκό και δυνατό απόσταγμα: την τσικουδιά. Στα μέρη όπου το τσούγκρισμα συμπορεύεται με τις χαρές, τις λύπες και τις επιχειρηματικές συναλλαγές.

(Το παραπάνω ρεπορτάζ δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 10 Νοεμβρίου 2012)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: